Home / Στήλες / Βιβλίο / Ανθρωποι που αρνούνται να εργαστούν -Βρετανός συγγραφέας εξηγεί τους λόγους

Ανθρωποι που αρνούνται να εργαστούν -Βρετανός συγγραφέας εξηγεί τους λόγους

O βρετανός κοινωνιολόγος David Frayne ερεύνησε τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν την εργασία τους προκειμένου να αλλάξουν τρόπο ζωής και καταλήγει σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Το βιβλίο του «Αρνηση της εργασίας» δεν είναι φυσικά ένα εγκώμιο της τεμπελιάς, αλλά μια κριτική του κόσμου της εργασίας. Το κεντρικό του ερώτημα είναι «πρέπει να συνεχίσουμε να έχουμε την εργασία ως κέντρο της ύπαρξής μας;» Για να απαντήσει στο ερώτημα ο κοινωνιολόγος στο πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, David Frayne, βασίστηκε στο έργο παλαιότερων στοχαστών (Russel, Weber, Gorz) και μελέτησε τη ζωή πολλών ατόμων, επί τέσσερα χρόνια. Στο βιβλίο του ανακαλύπτουμε άτομα όπως ο βιβλιοθηκάριος Τζακ,…

Review Overview

Summary : ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ

User Rating: 4.85 ( 1 votes)
0

O βρετανός κοινωνιολόγος David Frayne ερεύνησε τους ανθρώπους που εγκαταλείπουν την εργασία τους προκειμένου να αλλάξουν τρόπο ζωής και καταλήγει σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Το βιβλίο του «Αρνηση της εργασίας» δεν είναι φυσικά ένα εγκώμιο της τεμπελιάς, αλλά μια κριτική του κόσμου της εργασίας. Το κεντρικό του ερώτημα είναι «πρέπει να συνεχίσουμε να έχουμε την εργασία ως κέντρο της ύπαρξής μας;» Για να απαντήσει στο ερώτημα ο κοινωνιολόγος στο πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, David Frayne, βασίστηκε στο έργο παλαιότερων στοχαστών (Russel, Weber, Gorz) και μελέτησε τη ζωή πολλών ατόμων, επί τέσσερα χρόνια.


Στο βιβλίο του ανακαλύπτουμε άτομα όπως ο βιβλιοθηκάριος Τζακ, ο οποίος δηλώνει πως «ξύπνησε» μια μέρα και αποφάσισε να δουλεύει μόνο 4ωρα στην βιβλιοθήκη. Η Ραχήλ, η οποία εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα, δηλώνει πως δεν θέλει πια να εργάζεται 9 ώρες την ημέρα για τα επόμενα είκοσι χρόνια της ζωής της. Η Λούσυ, 25 ετών, έχασε την θέση της και δηλώνει πως δεν σκοπεύει να αναζητήσει μια καινούρια. Ζει με τις οικονομίες της και γεύεται «την απόλαυση να κάνω σταδιακά κάποια πράγματα, να μη ζω με φρενίτιδα». Διαβάζει, περνάει ώρες με τον αγαπημένο της, ασχολείται με την τέχνη και με τα ζώα. Στο βιβλίο διηγείται ότι η μητέρα της, η οποία εργάζεται ως νοσοκόμα, ντρέπεται να μιλήσει στις συναδέλφους της για το στιλ ζωής της κόρης της.

Ο Ανταμ διδάσκει αγγλικά τετράωρο, ενώ πριν εργαζόταν ως προγραμματιστής με τρελά ωράρια. Πλέον ξοδεύει λιγότερα χρήματα και νιώθει ανακούφιση που ξεφορτώθηκε τα δεκάδες πράγματα και αντικείμενα που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του.

Η Σαμάνθα, δικηγόρος ειδικευμένη στα πνευματικά δικαιώματα, τα εγκατέλειψε όλα για να ζήσει μια πιο ήσυχη ζωή ως σερβιτόρα με τετράωρο και ως δασκάλα στο σπίτι. Ο Λάρυ, υπάλληλος σε κοινωνικές δομές, ζήτησε από το αφεντικό του να μειώσει το ωράριό του κατά μια ώρα, καθημερινά.
Ο Ανταμ, η Σαμάνθα ή ο Λάρυ δεν είναι ακτιβιστές, ούτε οπαδοί κάποιου πολιτικού προγράμματος. Πρόκειται για καθημερινούς ανθρώπους, οι οποίοι μοιράζονται «το απλό πάθος να εργάζονται λίγο λιγότερο και να ζουν λίγο περισσότερο», όπως γράφει ο David Frayne.

Ολα τα άτομα που μιλούν στο βιβλίο καταναλώνουν το ελάχιστο δυνατό. Αλλά για να ανταποκριθούν στα αναπόφευκτα έξοδα κάνουν μικροδουλειές: τετράωρα, εποχική εργασία, κοινωνική βοήθεια. Εχουν βγει από τον σύγχρονο πόλεμο «δουλειά-έξοδα» και είναι κατά κάποιο τρόπο συνειδητοί άνεργοι. Απέναντί τους έχουν συχνά τις προκαταλήψεις και τα ειρωνικά σχόλια. Αυτός είναι και ο στόχος του συγγραφέα: να τους βγάλει από τη σκιά και να τους δώσει το λόγο.

Στην αρχή του βιβλίου του  The Refusal of Work ο David Frayne θέτει ένα απλό ερώτημα: «Σε ποια στιγμή τελειώνει πραγματικά μια ημέρα εργασίας;».

Αυτό το ερώτημα το είχε ήδη θέσει ο φιλόσοφος Theodor Adorno, στη δεκαετία του ‘70, στο διάσημο άρθρο του για τον «Ελεύθερο Χρόνο». Σύμφωνα με τον Αντόρνο, ο χρόνος εκτός εργασίας είχε σαν μοναδικό στόχο να προετοιμάσει τους ανθρώπους να εργαστούν εκ νέου (δηλαδή να ξεκουραστούν από μια αλλοτριωτική και κουραστική εργασία) ή συνίστατο στην συνέχιση μιας μορφής ζωής που ήταν προκατασκευασμένη (εννοούσε τις δραστηριότητες που έμοιαζαν με εργασία, όπως οι οικιακές δουλειές).

Παρότι οι δραστηριότητες της ξεκούρασης είναι συχνά ευχάριστες, ο Αντόρνο εκτιμούσε ότι είναι έκφραση μιας επιφανειακής ελευθερίας και επέμενε ότι έπρεπε να γίνει διάκριση ανάμεσα στον ελεύθερο χρόνο και στην πραγματική απόλαυση, την μοναδική που επιτρέπει στους ανθρώπους να απομακρυνθούν από τις οικονομικές απαιτήσεις.

Το σκεπτικό του Αντόρνο δεν ήταν ότι το να πιεί κάποιος ένα ποτό ή να δει τηλεόραση είναι δραστηριότητες χωρίς αξία, αλλά ότι είναι κυρίως δραστηριότητες που θυμίζουν συνέχεια ή επιμήκυνση -χωρίς πληρωμή- της εργασίας. Το θύμα αυτής της κατάστασης είναι το αρχέτυπο του σημερινού βιαστικού εργαζόμενου, ο οποίος απαντά στα e-mail του αργά το βράδυ, είναι εξαιρετικά κουρασμένος για να αφιερωθεί συναισθηματικά στην οικογένειά του και ο οποίος δεν έχει την δύναμη να κάνει κάτι άλλο εκτός από το να πιει ένα ποτό ή να δει τηλεόραση πριν κοιμηθεί.

Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Melissa Gregg (@melgregg), οι νέες τεχνολογίες επιδείνωσαν την έννοια του ελεύθερου χρόνου και επιβάλλουν στους εργαζομένους να επαγρυπνούν συνεχώς, άρα να βρίσκονται σε μια διαρκή εργασιακή ένταση.

Σύμφωνα με τον David Frayne, υπάρχει μια νέα τάση που επιδεινώνει αυτή την διαπίστωση: η σύγχρονη πίεση της προσληψιμότητας. Τα άτομα έχουν την ευθύνη να καλυτερεύουν συνεχώς τις επαγγελματικές τους δεξιότητες γιατί η αβεβαιότητα της αγοράς εργασίας και η απουσία ασφάλειας σε πολλά επαγγέλματα τα αναγκάζουν να ανανεώνουν συνεχώς την προσληψιμότητά τους. Το να βλέπεις ξένες σειρές επιτρέπει να δουλεύεις τα αγγλικά σου, το να κάνεις τον γύρο του κόσμου με ποδήλατο δείχνει ότι είσαι έξυπνος, το να γράφεις άρθρα στο  Wikipédia, να κάνεις εθελοντισμό ή να συμμετέχεις σε ένα Hackathon κάνει καλό στο βιογραφικό σου.
Αυτή η έκφραση «κάνει καλό στο βιογραφικό μου» χρησιμοποιήθηκε από ένα παιδί 12 ετών το οποίο ο συγγραφέας David Frayne ρώτησε γιατί συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα εναντίον του καπνίσματος.

Για να στηρίξει αυτή την έννοια της «προσληψιμότητας»  ο David Frayne αναφέρεται στο έργο της κοινωνιολόγου Colin Cremin (@colincremin) που έγραψε για την φαντασιακή μορφή του εργοδότη ο οποίος υποτίθεται ότι κοιτάζει πάντα πάνω από τον ώμο του εργαζομένου. Αυτό το σούπερ αφεντικό (the boss of it all) απαιτεί μια συνεχή και υπεύθυνη εργασία, συνεχώς ορθολογικές αποφάσεις και ισχυρές δόσεις αυτοοργάνωσης. Αν κάποιος αλλάζει συνεχώς εργασία, αυτό το αφεντικό θα τον χαρακτηρίσει ασταθή. Αν μένει πολλά χρόνια στο ίδιο πόστο, αυτό το «the boss of it all» θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ο εργαζόμενος δεν έχει φιλοδοξίες.
Η «προσληψιμότητα» γίνεται, κατά συνέπεια, «ένας τραγικός δρόμος», μια «συνεχή μάχη εναντίον των εαυτών τους», που θέτει εν αμφιβόλω τις προσωπικότητες των εργαζομένων και τους ωθεί προς ένα είδος «ανώδυνων και πάντα διαθέσιμων» υπαλλήλων.

Ο David Frayne αναφέρεται και στον μαθηματικό και φιλόσοφο Bertrand Russell ο οποίος έγραψε μια σειρά πραγματειών στην δεκαετία του ‘30, για να καταγγείλει τον υλισμό και την ταχύτητα της σύγχρονης ζωής και να θυμίσει τις αξίες της ξεκούρασης, του παιχνιδιού, του στοχασμού και της «άχρηστης μάθησης». Πίστευε ότι χωρίς μια ισχυρή ποσότητα ελεύθερου χρόνου, οι άνθρωποι χάνουν την αίσθηση της ονειροπόλησης και αποκόβονται από πολλές απολαύσεις της ζωής: δηλαδή από το ευ ζην και την διανοητική χαρά.

«Υπήρχε άλλοτε μια ικανότητα ελαφρότητας και παιχνιδιού η οποία κατά κάποιο τρόπο περιορίστηκε από την λατρεία της αποτελεσματικότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος νομίζει ότι όλα πρέπει να γίνονται για το καλό του άλλου και ποτέ για τον ίδιο», είναι μια από τις φράσεις του  Bertrand Russell που χρησιμοποιεί ο βρετανός συγγραφέας.

Οπως εξηγεί, η όλο και μεγαλύτερη χρήση των νέων τεχνολογιών και των social media περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ο ελεύθερος και ο επαγγελματικός χρόνος έχουν πλέον δυσδιάκριτα όρια: πολλοί εργάζονται σπίτι το βράδυ, τα σαββατοκύριακα ή ακόμη και στις διακοπές. Ενώ από το γραφείο, πολλοί κλείνουν εισιτήρια για μια εκδρομή, απαντούν στα SMS των παιδιών τους, κάνουν like στα social media. Στην τελευταία περίπτωση, ο ορισμός της εργασίας γίνεται πιο δύσκολος, διότι πρόκειται για δραστηριότητες που δεν ξέρει κάποιος αν είναι εργασία ή διασκέδαση.
Για να ξεδιαλύνει αυτή τη μείξη, ο κοινωνιολόγος Antonio Casilli (@antoniocasilli) έκανε λόγο για  Weisure (μείξη των όρων Work και Leisure) ή για Playbor (Play και Labor).

Οπως συμπεραίνει ο David Frayne αναφερόμενος στον φιλόσοφο Max Horkheimer, οι διαφορετικές μορφές πίεσης που ασκεί η «προσληψιμότητα» οδηγούν σε μια «απώλεια εσωτερικότητας» και οδηγούν το άτομο σε μια όλο και περισσότερο υλιστική προσέγγιση του κόσμου και των άλλων.
«Σε μια κοινωνία όπου ο ελεύθερος χρόνος είναι απλά μια επιμήκυνση της εργασίας -χρόνος ξεκούρασης, κατανάλωση χαπιών ή προϊόντων διασκέδασης- υποστηρίζω ότι έγινε δύσκολο να απαντήσω στο ερώτημα πότε ένα εργαζόμενος είναι πραγματικά ο εαυτός του», καταλήγει ο David Frayne.



Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*