Το Amityville,  περιοχή στο Long Island της Νέας Υόρκης συνέδεσε το όνομά του με μία από τις πλέον παράξενες υποθέσεις στην ιστορία των εγκλημάτων, που χρονολογείται πίσω στο 1974.

«Πρέπει να με βοηθήσεις! Νομίζω πως κάποιος πυροβόλησε τους γονείς μου», ήταν τα λόγια του μεγαλύτερου γιου της οικογενείας ΝτεΦέο στον ιδιοκτήτη του γνωστού μπαρ Henry’s στις 6 το πρωί της 13ης Νοεμβρίου. Ο νεαρός, τακτικός θαμώνας, εισήλθε στο γνωστό μπαρ της περιοχής φανερά αναστατωμένος, εκλιπαρώντας για βοήθεια, τη στιγμή που το Amityville βρισκόταν ένα βήμα πριν την ανακάλυψη της μεγαλύτερης οικογενειακής τραγωδίας της περιοχής.

6 δολοφονίες στοιχειώνουν το Amityville

Ένα από τα παιδικά κρεβάτια μετά το φονικό

Ήταν ξημερώματα της ίδιας ημέρας όταν ο 23χρονος Ρόναλντ ΝτεΦέο Τζούνιορ πυροβόλησε τα 6 μέλη της οικογένειάς του –τους γονείς και τα 4 αδέρφια του- με τα οποία ζούσε κάτω από την ίδια στέγη, συγκεκριμένα στο πανέμορφο σπίτι της Ocean Avenue, γνωστή και ως «High Hopes»,  στον αριθμό 12.

Μόλις οι θαμώνες του μπαρ και η αστυνομία έσπευσαν μαζί με τον 23χρονο δράστη για βοήθεια «στο σπίτι του τρόμου» -όπως έμεινε στην ιστορία η κατοικία των ΝτεΦέο- αυτό που αντιμετώπισαν ξεπερνούσε κάθε φαντασία: 6 άνθρωποι, ο καθένας στο κρεβάτι του, κείτονταν μπρούμυτα πνιγμένοι στο αίμα, με τα τραύματα στα κορμιά τους από τις σφαίρες του δράστη να είναι εμφανή. Είχαν πυροβοληθεί από πολύ κοντινή απόσταση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια πάλης ή ενδείξεις πως τα θύματα προσπάθησαν με οποιονδήποτε τρόπο να αποφύγουν τα πυρά.

Ρόναλντ ΝτεΦέο Τζούνιορ

Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έρευνα, οι γονείς του, Ρόναλντ και Λουίζ, 44 και 42 ετών αντίστοιχα, ήταν ξύπνιοι κατά τη διάρκεια της επίθεσης, ενώ πυροβολήθηκαν δύο φορές ο καθένας. Όσο για τα αδέρφια του, την 18χρονη Ντον, τη 13 ετών Άλισον, τον 11χρονο Ματ και τον μόλις 9 ετών Τζον Μάθιου, εκτελέστηκαν με μία σφαίρα έκαστος, που αποδείχθηκε αρκετή για να τους σκοτώσει σχεδόν ακαριαία.

«Οι φωνές με ανάγκασαν να τους σκοτώσω»

Ο 23χρονος ΝτεΦέο, παρότι αρχικά μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα για τη δική του ασφάλεια, γρήγορα κίνησε τις υποψίες και ομολόγησε την πράξη του στις Αρχές, υποστηρίζοντας πως «οι φωνές τον ανάγκασαν να το κάνει».

13 Νοεμβρίου 1974

Όπως υποστήριξε, το σπίτι είχε απόκοσμες δυνάμεις που του επέβαλλαν να σκοτώσει την οικογένειά του και στις οποίες ο ίδιος δεν μπορούσε να αντισταθεί. Γρήγορα, οι ντόπιοι άρχισαν να αναφέρονται σε αυτόν με το προσωνύμιο «ο σφαγέας του Amityville».

Πατέρας και γιος λίγο πριν τη φρίκη της 13ης Νοεμβρίου

Όπως έγινε αργότερα γνωστό, οι σχέσεις πατέρα – γιου δεν ήταν καλές, ενώ ο δικηγόρος  του Ρόναλντ έκανε λόγο για «παράνοια» του πελάτη του. Ο δράστης καταδικάστηκε σε 6 φορές ισόβια κάθειρξη και μέχρι σήμερα εκτίει την ποινή του στις υψίστης ασφαλείας φυλακές Sullivan Correctional Facility της Νέας Υόρκης.

Η πώληση του σπιτιού του φονικού και η φρίκη των επόμενων ιδιοκτητών

Προτού η οικογενειακή τραγωδία των ΝτεΦέο κοπάσει, το σπίτι μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το φονικό διατίθεται προς πώληση, με τη φήμη του να καθιστά αδύνατη την αγορά του από κάποιον ιδιώτη.

Η αστυνομία απομακρύνει τα κορμιά των θυμάτων

Η τιμή του ουδεμία σχέση έχει με την αξία του, με το μεσίτη που είχε αναλάβει το δύσκολο έργο να… ξεφορτωθεί το σπίτι, να βλέπει την τύχη να του χαμογελά 13 μήνες μετά τη βραδιά τρόμου, όταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι εμφανίζεται πρόθυμο να πληρώσει το ποσό των 80 χιλιάδων δολαρίων που απαιτείται για να πάρει το σπίτι στην κατοχή του.

Πρόκειται για τους Τζωρτζ και Κάθι Λουτζ, οι οποίοι θεώρησαν την αγορά του σπιτιού – ορόσημο του Amityville τεράστια ευκαιρία και έσπευσαν να εγκατασταθούν στο εσωτερικό του στις 19 Δεκεμβρίου του 1975, παρότι γνώριζαν την ιστορία του. Μαζί τους ήταν και τα τρία παιδιά της Κάθι από τον προηγούμενό της γάμο, ο 9χρονος Ντάνιελ (που είχε την ίδια ηλικία με τον Τζον Μάθιου, το μικρότερο γιο της οικογενείας ΝτεΦέο, όταν δολοφονήθηκε), τον 7χρονο Κρίστοφερ και την 5 ετών Μελίσσα (ή Μίσι). Η οικογένεια εγκαταστάθηκε εκεί μαζί με τον Χάρι, το ζωηρό λαμπραντόρ που δεν αποχωριζόταν ποτέ.

Τζωρτζ & Κάθι Λουτζ με τα παιδιά της οικογενείας

Μπαίνοντας στο εσωτερικό του, όλα ήταν όπως τα είχαν αφήσει πίσω του οι ΝτεΦέο. Το σπίτι πουλήθηκε επιπλωμένο, με τα μεγάλης αξίας αντικείμενα και έπιπλα των προηγούμενων ιδιοκτητών να παραχωρούνται στους νέους με κόστος μόλις 400 δολάρια! Ο μεσίτης βλέπετε, πάσχιζε να γλιτώσει μια και καλή από το –κατά τα άλλα- υπέροχο σπίτι.

Η ολλανδικού αποικιακού στυλ κατοικία της Ocean Avenue συνολικής έκτασης 335 τ.μ,  ήταν πράγματι ονειρεμένη. Είχε 5 κρεβατοκάμαρες, πισίνα, σοφίτα, υπόγειο, ειδικό χώρο – λιμάνι για βάρκες (το αμερικανικού στυλ boathouse), γκαράζ και μια ξεχωριστή για την εποχή οροφή, άκρως συμμετρική, χωρισμένη σε δύο μέρη που «αγκάλιαζε» το σπίτι σαν δύο πλαγιές.

1974

Οι πρώτες μέρες παραμονής της οικογενείας στο Amityville κυλούσαν ομαλά, μέχρι τη στιγμή που ένας φίλος του ζευγαριού επέμεινε να κάνουν αγιασμό προκειμένου να «φύγει η αρνητική ενέργεια» των δολοφονιών που έλαβαν χώρα εκεί έναν χρόνο πριν.

Ο αγιασμός και η απόκοσμη φωνή που διέταξε τον ιερέα να φύγει

Οι Λουτζ φέρνουν έναν ιερέα, τον Πατέρα Ραλφ Πεκοράρο για να εξαγνίσει το σπίτι, την ώρα που οι ίδιοι ξεπακέταραν τα πράγματά τους. Μόλις ο ιερέας εισήλθε στο εσωτερικό του σπιτιού και ξεκίνησε να προσεύχεται και να ραντίζει τον αγιασμό, αποχώρησε από το σπίτι χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση σε κανέναν. Αργότερα, τηλεφώνησε στον Τζωρτζ και του είπε να μείνει μακριά από την κρεβατοκάμαρα του 2ου ορόφου και να μην προσπαθήσει ποτέ να μπει μέσα σ’ αυτή.

Τον προέτρεψε μάλιστα να πάρει την οικογένειά του και να φύγουν μακριά από εκεί. Όπως εξομολογήθηκε αργότερα, με το που άρχισε να εξαγνίζει το χώρο, μια απόκοσμη φωνή που ακουγόταν από το δωμάτιο του 2ου ορόφου –που δεν ήταν άλλο από την κρεβατοκάμαρα στην οποία ο ΝτεΦέο σκότωσε τους γονείς του- τον διέταξε να φύγει. «Βγες έξω!», ήταν τα λόγια που ο Πατέρας Ραλφ δήλωσε πως άκουσε, ενώ δεν παρέλειψε να αναφέρει πως από τη στιγμή που έφυγε από εκεί ανέβασε υψηλό πυρετό και τα χέρια του γέμισαν τεράστια εξανθήματα που έμοιαζαν τρομερά με Στίγματα.

Η δύναμη του σπιτιού δεν άργησε να γίνει αισθητή και στους νέους ιδιοκτήτες.

Παράξενοι θόρυβοι, ανεξήγητες μυρωδιές και πληθώρα σκουληκιών και μυγών παρότι ήταν χειμώνας, αναφέρθηκαν αργότερα ως πρόδρομα σημάδια πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το σπίτι. Αυτά, όμως, δεν ήταν παρά… προειδοποιήσεις που καθιστούσαν σαφές πως ο χρόνος μέχρι τη φυγή των νέων ιδιοκτητών μετρούσε αντίστροφα. Τα χειρότερα βρισκόντουσαν μόλις ένα βήμα μακριά…

Οικογένεια ΝτεΦέο

Με την πάροδο των ημερών, ο Τζωρτζ ξεκίνησε να ξυπνά κάθε ξημέρωμα στις 3.15 (την ώρα που πάνω – κάτω  έλαβαν χώρα οι φόνοι του ΝτεΦέο) και να πηγαίνει σχεδόν μηχανικά, σαν κάτι να τον «έσπρωχνε» να δει αν όλα είναι καλά στο λιμανάκι του σπιτιού. Υιοθέτησε –χωρίς να το γνωρίζει- τις συνήθεις του «σφαγέα», με πρώτη και καλύτερη την καθημερινή επίσκεψή του στο μπαρ της περιοχής, παρότι δεν ήταν ο τύπος που θα έβγαινε για να πιει.

Η Κάθι από τη μεριά της, ένιωθε συνεχώς κάτι να την αγκαλιάζει στοργικά, χωρίς να μπορεί να δει το παραμικρό. Μόνο αισθανόταν.

Οι εφιάλτες έγιναν συχνό φαινόμενο, με την ίδια να υποστηρίζει πως κάθε βράδυ έβλεπε σαν θεατής στον ύπνο της τις δολοφονίες της οικογένειας ΝτεΦέο. Ο σύζυγός της, της εξομολογήθηκε πως τα βράδια που ξυπνούσε την έβλεπε να αιωρείται πάνω από το κρεβάτι τους.

Η 18χρονη Ντον & η 13 ετών Άλισον, θύματα του μεγάλου τους αδελφού

Η μικρή Μελίσσα απέκτησε έναν φανταστικό φίλο, τη Τζόντι, η οποία έμοιαζε με ανθρωπόμορφο γουρούνι και είχε κατακόκκινα μάτια. Το παράξενο ήταν πως δεν το πλάσμα αυτό δεν το έβλεπε μόνο η Μίσι. Τόσο τα αδέρφια της όσο και οι γονείς της ήρθαν κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο σπίτι αντιμέτωποι με το διαβολικό αυτό γουρούνι… Επιπλέον, οι τεράστιες πατημασιές του στο χιόνι στην αυλή του σπιτιού, έκαναν τους Λουτζ να αδημονούν να εγκαταλείψουν την κατοικία. Και τα δύο τους παιδιά απέκτησαν τη συνήθεια να κοιμούνται μπρούμυτα, στη στάση που βρέθηκαν τα 4 δολοφονημένα αδέρφια ΝτεΦέο…

Το εσωτερικό του σπιτιού το 1974

Πολλές φορές η οικογένεια παρατήρησε αίμα στους τοίχους του σπιτιού, ενώ η Κάθι ανακάλυψε ένα κατακόκκινο δωμάτιο που κανείς τους δεν ήξερε πως υπήρχε στο σπίτι, καθώς δεν το είχαν δει στα αρχιτεκτονικά σχέδια και το οποίο ο Χάρι, το λαμπραντόρ τους, αρνήθηκε να πλησιάσει. Ο φόβος της Κάθι κορυφώθηκε όταν ο τεράστιος σταυρός που είχε κρεμάσει σε έναν από τους τοίχους του σαλονιού, βρέθηκε να κρέμεται αναποδογυρισμένος. Τα πατώματα και τα παράθυρα του σπιτιού γέμισαν πράσινη γλίτσα χωρίς προφανή αιτία, ενώ οι φωνές που οι γονείς και τα παιδιά άκουγαν, έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Σκέφτηκαν να τις ηχογραφήσουν και να καταγράψουν σε βίντεο τα περίεργα φαινόμενα που λάμβαναν χώρα εκεί.

Η οικογένεια αποφάσισε να κάνει εξορκισμό, δεν τα κατάφερε, όμως, λόγω των φωνών που ακούστηκαν. «Θα σταματήσετε;», ρωτούσαν, με τους Λουτζ να παίρνουν απόφαση πως το σπίτι δεν τους ανήκε. Αργότερα, οι ίδιες φωνές τους διέταξαν να φύγουν μακριά. Έχοντας ζήσει 26 ολόκληρες μέρες παράνοιας, αποφασίζουν στις 14 Ιανουαρίου να εγκατασταθούν στο σπίτι της μητέρας της Κάθι, παίρνοντας μαζί τους μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Τα περίεργα φαινόμενα συνεχίστηκαν κι εκεί.

Την επόμενη ημέρα έστειλαν κάποιον να μεταφέρει τα προσωπικά τους αντικείμενα εκτός σπιτιού, ο οποίος –όπως υποστήριξε- δεν παρατήρησε καμία ασυνήθιστη ή μεταφυσική δραστηριότητα στο χώρο της ιδιοκτησίας τους. Οι ίδιοι αρνήθηκαν να επιστρέψουν στο σπίτι, ενώ δεν περιέγραψαν λεπτομερώς τι συνέβη τη νύχτα που αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν. «Συνέβησαν πολύ τρομακτικά πράγματα για τα οποία δε μπορούμε ούτε να μιλάμε», αρκέστηκαν να πουν.

The Amityville Horror: Απόιστορίαπαράνοιας… best seller

Τότε ήταν που ο Τζωρτζ και η Κάθι Λουτζ θέλησαν να επικοινωνήσουν με τον συγγραφέα Τζέι Άνσον και να του διηγηθούν την ιστορία τους. Μόλις εκείνος δέχτηκε να ακούσει τις λεπτομέρειες ώστε να γράψει και να παρουσιάσει στο κοινό την εμπειρία τους στο πρώην σπίτι των ΝτεΦέο, εκείνοι του παρείχαν ηχογραφημένο υλικό διάρκειας 45 ωρών, το οποίο και χρησιμοποιήθηκε ως βάση της ιστορίας του best seller «The Amityville Horror».

Το βιβλίο που εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 1977 πούλησε περισσότερα από 10 εκατομμύρια αντίτυπα και ενέπνευσε πολλούς σεναριογράφους να παρουσιάσουν τον τρόμο των Λουτζ στη μεγάλη οθόνη.

Το πανέμορφο σπίτι του Amityville έγινε πασίγνωστο σε ολόκληρο τον κόσμο χάρη στο βιβλίο του Άνσον και την πρώτη ταινία που πραγματεύεται την ιστορία του και κυκλοφόρησε το 1979. Από τότε, είδαμε το σπίτι και τη μακάβρια ιστορία του να «πρωταγωνιστούν» σε πολλές ακόμα ταινίες και ντοκιμαντέρ, κάνοντας το το πιο διάσημο στοιχειωμένο οίκημα του κόσμου.

Μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να στεριώσει στα χέρια κάποιου ιδιοκτήτη. Κανείς ποτέ, ωστόσο, μετά τους Λουτζ δεν αντιμετώπισε παρόμοια φαινόμενα στο εσωτερικό του. Ή τουλάχιστον δεν τα μοιράστηκε με κανέναν. Για έναν περίεργο λόγο μάλιστα, οι επόμενοι ιδιοκτήτες δεν παρατήρησαν τις καταστροφές στους τοίχους ή τα πατώματα οι οποίες είχαν αναφερθεί.

The Amityville Horror, 2005

Το «σπίτι του τρόμου» μοιάζει να… γιατρεύτηκε από τη στιγμή που έφυγε η οικογένεια που το αγόρασε μετά τη δολοφονία των ΝτεΦέο. Οι Λουτζ πήραν διαζύγιο στα τέλη του 1980. Η Κάθι πέθανε τον Αύγουστο του 2004, σε ηλικία 58 ετών από πνευμονικό εμφύσημα, ενώ ο Τζωρτζ έζησε μέχρι το 2006, πεθαίνοντας στα 60 του χρόνια από καρδιακά προβλήματα.

Τι απέγινε το σπίτι του Amityville Horror;

Το σπίτι στον αριθμό 12 της Ocean Avenue προσέγγισε πλήθος κόσμου που θέλησε να το δει από κοντά μετά τη φήμη που απέκτησε. Το γεγονός αυτό δεν άρεσε καθόλου ούτε στους ανθρώπους που προχώρησαν στην αγορά του, ούτε και στους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι έδειξαν να δυσανασχετούν από τους καθημερινούς επισκέπτες.

Το σπίτι του Amityville όπως είναι σήμερα

Η πανέμορφη αυτή κατοικία υπάρχει ακόμα, όμως για να την εντοπίσει κανείς θα χρειαστεί μεγάλη έρευνα και βοήθεια από τους ντόπιους, οι οποίοι μάλλον δεν θα φανούν πρόθυμοι να δώσουν πληροφορίες.

Λόγω των συνεχών επισκέψεων περίεργων τουριστών, η οδός του έχει αλλάξει ονομασία ώστε να μην είναι δυνατός ο εντοπισμός του. Ακόμη και οι υποψήφιοι αγοραστές του θα πρέπει να παρέχουν αποδείξεις των εσόδων τους προτού το δουν, προκειμένου να εξακριβωθεί πως δεν πρόκειται για ακόμα έναν λάτρη του μυστηρίου που θέλει να σπαταλήσει το χρόνο των μεσιτών για να εξερευνήσει το χώρο και να διαδώσει την ακριβή του τοποθεσία.

Σήμερα, στέκει ανακαινισμένο περιμένοντας το νέο του ιδιοκτήτη, αφού τον περασμένο Ιούνιο τέθηκε ξανά προς πώληση για 850.000 δολάρια, 100.000 λιγότερο από ό,τι το αγόρασαν το 2010 οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες. Οι Ντέιβιντ και Κάρολαϊν Ντ’ Αντόνιο, το ανακαίνισαν πλήρως και έζησαν σε αυτό περίπου 5 χρόνια. Το σπίτι ψάχνει ξανά αγοραστές καθώς μετά το θάνατο του Ντέιβιντ την περασμένη χρονιά, η Κάρολαϊν δεν θέλει πλέον να ζει σ’ αυτό…

Φαίνεται πώς η «κατάρα» του Amityville καλά κρατεί…