Home / Συνεντεύξεις / Πολιτικοί / H τελευταία συνέντευξη του Μητσοτάκη: «Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου» – Τι είχε πει για Μαρίκα, Τσίπρα, Κυριάκο και μνημόνια

H τελευταία συνέντευξη του Μητσοτάκη: «Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου» – Τι είχε πει για Μαρίκα, Τσίπρα, Κυριάκο και μνημόνια

«Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι στην πολιτική έκανα πάντα αυτό που θεωρούσα ότι ήτανε σωστό» δήλωνε στην τελευταία συνέντευξη του περίπου πριν από έναν χρόνο (26 Μαΐου 2016) ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στην Athens Voice. Ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ είχε σχολιάσει την πολιτική επικαιρότητα λέγοντας πως η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου «θα είναι η χειρότερη μνημονιακή κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος και δεν θα μας βγάλει από κανένα τέλμα, διά τον απλούστατο λόγο ότι δεν πιστεύει στην πολιτική την οποίαν ασκεί υπό πίεση». Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε υπογραμμίσει πως η Ελλάδα «εγκλωβίστηκε» μέσα στα μνημόνια γιατί «κανένα κόμμα…

Review Overview

Summary : «Στην πολιτική έκανα πάντα αυτό που θεωρούσα ότι ήτανε σωστό»

User Rating: 4.9 ( 1 votes)
0

«Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι στην πολιτική έκανα πάντα αυτό που θεωρούσα ότι ήτανε σωστό» δήλωνε στην τελευταία συνέντευξη του περίπου πριν από έναν χρόνο (26 Μαΐου 2016) ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στην Athens Voice.

Ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ είχε σχολιάσει την πολιτική επικαιρότητα λέγοντας πως η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου «θα είναι η χειρότερη μνημονιακή κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος και δεν θα μας βγάλει από κανένα τέλμα, διά τον απλούστατο λόγο ότι δεν πιστεύει στην πολιτική την οποίαν ασκεί υπό πίεση».

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε υπογραμμίσει πως η Ελλάδα «εγκλωβίστηκε» μέσα στα μνημόνια γιατί «κανένα κόμμα δεν ετόλμησε να μιλήσει φανερά, μετά τη δική μου κυβέρνηση, η οποία έπεσε, διότι ίσως πρόωρα εφήρμοσε τη σωστή πολιτική», ενώ είχε εκτιμήσει πως η Ελλάδα μπορεί να βγει από τον φαύλο κύκλο «αν σχηματιστεί μία κυβέρνηση ευρωπαϊκή» και «μία κυβέρνηση που να έχει το θάρρος να πει την αλήθεια –αυτό συμβαίνει με τον Κυριάκο τώρα».

Ο πρώην πρωθυπουργός είχε μιλήσει και για τη Μαρίκα του, λέγοντας πως τη γνώριζε όταν ήταν 33 ετών και πως αν δεν την γνώριζε ίσως να μην παντρευόταν ποτέ. Παράλληλα, είχε εξομολογηθεί ότι η ζωή μετά το θάνατο της είναι πολύ δύσκολη.

Ολόκληρη η συνέντευξη:

Λένε για τους ανθρώπους που βρίσκονται συνεχώς μπροστά από τα φώτα της δημοσιότητας πως όταν αποτραβηχτούν δεν ξέρουν πώς να ζήσουν. Ισχύει αυτό για εσάς; 

Όχι, καθόλου. Το αντίθετο, εμένα αυτά τα φώτα ποτέ δεν με τράβηξαν. Ζούσα πάντοτε τη δική μου ζωή, την οποία συνεχίζω και τώρα που έχω φύγει από τη δημοσιότητα.

Πώς ζείτε λοιπόν, σήμερα, κύριε πρόεδρε; 

Κοίταξε, έχω ορισμένα προβλήματα υγείας, απόρροια των πολλών ετών μου, διότι μην ξεχνάς ότι διανύω το 98ο έτος. Έχω πρόβλημα με τα μάτια μου και πρόβλημα κινητικό. Το κινητικό το αντιμετωπίζω και υπάρχει περίπτωση και να βελτιωθεί, αλλά η όρασή μου δεν μπορεί. Βέβαια, το αναπληρώνω εν μέρει ηχητικά, παίρνοντας πλακέτες.

Πλακέτες; Τι εννοείτε; 

Τα βιβλία τα οποία έχουν αποδοθεί ηχητικά, τα διαβάζουν ηθοποιοί, συνήθως καλοί. «Ακούω» βιβλία γαλλικά, γερμανικά, ελληνικά. Βεβαίως παρακολουθώ τις ειδήσεις, ακούω ευτυχώς καλά.

Τι διαβάζατε συνήθως πρώτο σε μια εφημερίδα; 

Τις πολιτικές ειδήσεις, τα πολιτικά άρθρα, διάβαζα με πολλή ευχαρίστηση τα χρονογραφήματα, όταν υπήρχαν. Σήμερα παρακολουθώ τον Κασιμάτη, στην «Καθημερινή», το κομμάτι του στη δεύτερη σελίδα. Αλλά διάβαζα και τα επιστημονικά, ό,τι είχε ενδιαφέρον για την πρόοδο με απασχολούσε.

Σήμερα τι είδους βιβλία επιλέγετε για να «ακούσετε»; 

Ό,τι θέλεις. Πρόσφατα μου έφερε ο εγγονός μου, που είναι γιατρός στο Μόναχο, μια πλακέτα με τα απομνημονεύματα του Helmut Schmidt στα γερμανικά, αλλά ακούω και τον Παπαδιαμάντη, τον Τσέχοφ ή άλλον Ρώσο, ό,τι έχει η φιλολογία.

Σας άρεσε πάντα η λογοτεχνία;

Πάντα. Λογοτεχνία και ποίηση. Τα ποιήματα τα ενθυμούμαι αρκετά καλά. Ξέρω πολλά απ’ έξω, αλλά ξεχνώ καμιά φορά καμιά λέξη και βασανίζω το μυαλό μου να τη θυμηθεί.

Η υπόλοιπη ημέρα πώς περνάει; 

Εν μέρει ακούγοντας πολύ. Στα Χανιά πέρυσι τιμήθηκα από το Πολυτεχνείο για τις υπηρεσίες που είχα προσφέρει και μίλησα για τελευταία φορά από στήθους στο Παλιό Λιμάνι. Είκοσι λεπτά μίλησα, αποφεύγω πλέον να μιλώ και να κάνω δηλώσεις, σιγά-σιγά, ξέρεις, αποτραβιέται ο άνθρωπος από τα καθημερινά.Έχω χάσει τη γυναίκα μου, το οποίο ήταν μεγάλο πλήγμα, δεν το ξεπέρασα, αλλά έχω πολλά παιδιά, εγγόνια, μία πολύ μεγάλη οικογένεια και αυτό είναι μια πολύ μεγάλη απασχόληση. Παρακολουθώ και τα πολιτικά, τα γενικά πολιτικά, όχι τόσο τα τοπικά χανιώτικα ή τα ατομικά προβλήματα. Πηγαίνω στο γραφείο μου σχεδόν καθημερινά, για μερικές ώρες, όχι πολλές.

Και τι κάνετε εκεί; Βλέπετε κόσμο; 

Βεβαίως. Πολλές φορές και πολύ κόσμο. Πάντα δεχόμουν ανθρώπους, πολλάκις δε τηλεφωνούσα κι εγώ ο ίδιος. Ακόμα και πρωθυπουργός, ήμουν προσιτός στο τηλέφωνο. Και μου συνέβη πολλές φορές να με πάρει κάποιος στο τηλέφωνο και να μου πει: «Παίρνω εσένα, γιατί δεν μπορώ να πιάσω τον υπουργό σου».

Βλέπετε ακόμα παλιούς φίλους;

Κάποιους, ναι. Τώρα βέβαια εκείνο το οποίο βαραίνει τον άνθρωπο μεγάλης ηλικίας είναι η μοναξιά, διότι όλοι οι σύγχρονοί μου έχουν φύγει. Η παρέα μου του πανεπιστημίου, του πολέμου, της αντιστάσεως. Αλλά και πολλοί πολιτικοί της γενιάς μου στον ευρωπαϊκό χώρο, ο ένας μετά τον άλλο, αναχωρούν. Οι τελευταίοι που έφυγαν ήταν ο Helmut Schmidt, καγκελάριος της Γερμανίας, πολύ αξιόλογος. Ιδιαιτέρως όμως εγώ συνδεόμουν με τον Genscher, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και αυτός, προ ολίγων ημερών.

Έχετε μια συμπάθεια προς τη γερμανική κουλτούρα. Εσείς ο ίδιος γνωρίζετε πολύ καλά τη γλώσσα αλλά και στα παιδιά σας φροντίσατε να δώσατε γερμανική παιδεία. Για ποιο λόγο;

Τυχαία. Δεν είχαμε κανένα λόγο. Οι γονείς μου, η πατρική μου οικογένεια, απεφάσισε να πάρει Γερμανίδα δασκάλα, γιατί δεν εύρισκε εύκολα Αγγλίδα ή Γαλλίδα. Έτσι εμείς ανατραφήκαμε, τα πρώτα χρόνια όμως, γιατί μετά ήρθαν καιροί δύσκολοι, δεν είχαμε πλέον γκουβερνάντα, και μάθαμε γερμανικά από παιδιά. Όχι όλοι, οι μεγαλύτεροι, η Καίτη η αδελφή μου κι εγώ, ο Χαράλαμπος και ο Λευτέρης λιγότερο. Έκτοτε έγινε κανόνας. Πήραμε κι εμείς τη Νάνε για τα παιδιά μας. Είχαμε την τύχη να πάρουμε αυτή τη Γερμανίδα, ήταν 24 ετών όταν ήρθε, ήταν καθολική, είχε σκοτωθεί ο άνδρας τον οποίον αγαπούσε, έμεινε απάντρευτη και απετέλεσε κομμάτι του σπιτιού μας. Ανέθρεψε τα τέσσερα παιδιά μας, ανέθρεψε τα παιδιά της Ντόρας μετά, τον Κώστα και την Αλεξία, και την κληρονομήσαμε εμείς, τη γηροκομήσαμε εμείς και ετάφη από εμάς σε πολύ μεγάλη ηλικία. Έτσι τα παιδιά έμαθαν όλα γερμανικά, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γενιά. Η Αλεξάνδρα, η κόρη μου, παντρεύτηκε Γάλλο, απέκτησε τέσσερα παιδιά. Τα παιδιά της, Γαλλάκια, έμαθαν πρώτη γλώσσα τα γερμανικά, δεύτερη γλώσσα τα ελληνικά και τρίτη τα γαλλικά.

Αναρωτιέμαι πώς επικοινωνείτε με τα «Γαλλάκια» σας; Γνωρίζετε τι είναι το e-mail, το i-phone, το Facebook; Με την τεχνολογία τα πάτε καλά;

Όχι, είμαι τελείως ανίδεος. Έχω ένα κινητό τηλέφωνο το οποίο δεν λειτουργεί ποτέ, διότι το έχω μυστικό, έχει απόκρυψη. Όταν πάρω τον Κυριάκο, ας πούμε, δεν το σηκώνει ποτέ διότι δεν βλέπει ποιος τηλεφωνεί και έτσι το τηλέφωνό μου υπάρχει κάπου στο σπίτι, λειτουργεί μία φορά την ημέρα ή μία φορά κάθε δύο ημέρες. Δεν έχω πάρει ούτε έχω στείλει ποτέ μηνύματα, είμαι τελείως άγευστος από τη σύγχρονη τεχνολογία. Τη θαυμάζω βέβαια ιδιαίτερα και πιστεύω και λέω ότι το ίντερνετ είναι η μεγαλύτερη εφεύρεση του ανθρώπου μετά τον Γουτεμβέργιο. Άλλαξε τον τρόπο της επικοινωνίας, άλλαξε την πολιτική τελείως και εκ βάθρων. Γι’ αυτό συμφώνησα και υποστήριξα τη σελίδα μου στο Facebook.

Ενώ στην εποχή σας;

Α, ήταν τραγικό. Τις πρώτες δεκαετίες είχαμε μόνο την εφημερίδα και στο τέλος το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Σήμερα υπάρχει αφθονία, καμία φωνή δεν πνίγεται και υπάρχει απόλυτη ελευθερία στο διαδίκτυο να προβάλεις τις απόψεις σου. Το αποτέλεσμα είναι ότι δημιουργείται πλέον ένας δεύτερος παράγων δίπλα στα γνωστά και παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, ισότιμος, ίσως και πιο σημαντικός, που παίζει ρόλο στις εκλογές. Νομίζω ότι στην εκλογή του Κυριάκου ως αρχηγού της Ν.Δ. το διαδίκτυο υπήρξε αποφασιστικό. Παλιά εμείς διψούσαμε για μία δημοσιότητα. Θυμάμαι ότι όταν κατέβηκα στις δεύτερες εκλογές μετά τη μεταπολίτευση, επικεφαλής ενός μικρού κόμματος διότι τότε είχα διαφωνήσει με τον Καραμανλή, αγωνίστηκα να πάρω πέντε λεπτά εκπομπής στο ραδιόφωνο. Δεν μου την έδωσαν. Εάν εγώ είχα στη διάθεσή μου τηλεόραση και διαδίκτυο, η «15η Ιουλίου» θα είχε πάρει τελείως αλλιώτικη μορφή, θα είχε βγει η αλήθεια εγκαίρως. Ενώ τώρα κινδυνεύουμε ακόμα να ζούμε με ψεύτικες εντυπώσεις γύρω απ’ αυτό το θέμα. Είναι μεγάλη πρόοδος το διαδίκτυο.

Ήρθαμε στα πολιτικά και δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω… Μπορεί άραγε να μας βγάλει από το τέλμα η κυβέρνηση Τσίπρα ή θα είναι μία ακόμα μνημονιακή κυβέρνηση όπως οι προηγούμενες;

Θα είναι η χειρότερη μνημονιακή κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος και δεν θα μας βγάλει από κανένα τέλμα. Διά τον απλούστατο λόγο ότι δεν πιστεύει στην πολιτική την οποίαν ασκεί υπό πίεση. Όταν ένα κόμμα, ένας πρωθυπουργός, ένας πολιτικός αρχηγός, βγαίνει και λέει στο λαό ότι αποφασίζω αυτό αλλά είναι λάθος και το κάνω μόνο και μόνο γιατί οι κακοί ξένοι με εκβιάζουν, δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσει την πολιτική αυτή. Η πολιτική του μνημονίου ήταν σε μεγάλο της μέρος σωστή, είχε πολλά λάθη αλλά είχε και σωστά, όμως δεν εφαρμόστηκε τίποτα. Την ώρα που ιδιωτικοποιούν το λιμάνι π.χ., υπογράφει ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός, οι αρμόδιοι υπουργοί διαφωνούν και το λένε δημόσια. Τραγέλαφος και αθλιότητα. Το αποτέλεσμα είναι πως ο κόσμος τρελαίνεται, δεν ξέρει τι να πιστέψει. Ενώ αν αντιθέτως από την αρχή έλεγαν οι ελληνικές κυβερνήσεις την αλήθεια, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Και η αλήθεια είναι πάρα πολύ απλή, η αλήθεια είναι ότι η Ελλάς πρέπει να ζει με το εισόδημα που έχει. Δεν υπάρχει κανείς ο οποίος θα μας χαρίσει λεφτά, ούτε μπορούμε να δανειζόμαστε για να ζούμε καλύτερα. Η δεύτερη μεγάλη αλήθεια είναι ότι οι Έλληνες πρέπει να γίνουν ανταγωνιστικοί στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο, διότι αλλιώς, όταν δεν έχουμε εισόδημα, το βιοτικό επίπεδο θα πέφτει και κανείς δεν πρόκειται να μας βοηθήσει. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει πρώτα να πετύχουμε δημοσιονομική ισορροπία και δεύτερον να κάνουμε τις διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες θα μας επιτρέψουν να ξεφύγουμε. Θα παραμερίσουμε διάφορες διαδικασίες, δημόσια διοίκηση, γραφειοκρατίες και προνόμια τα οποία παίρνουν διάφορες ειδικές ομάδες και θα μπορέσουμε να γίνουμε ανταγωνιστικοί. Αυτό βέβαια απαιτεί θυσίες. Ενώ θα έπρεπε να πούμε στον ελληνικό λαό ότι αυτές τις κάνουμε για το καλό μας, τώρα λέμε ότι τις θυσίες μάς τις επιβάλλουν οι κακοί ξένοι και δημιουργείται ένα αδιέξοδο.

Θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα, πιστεύετε, αν ο Σαμαράς δεν τασσόταν στην αρχή στο αντιμνημονιακό μέτωπο;

Η Ελλάς θα μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία της Κύπρου. Τι είπαν οι Κύπριοι; Είπαν ότι εμείς το μνημόνιο το κάναμε δικό μας, το υιοθετήσαμε και το εφαρμόσαμε και φυσικά κάναμε και μικρές μεταβολές, ευκολότερα πλέον, διότι δημιουργείς εμπιστοσύνη. Σήμερα, εσωτερικά μεν δημιουργεί αδιέξοδο αυτή η κυβέρνηση με αυτά που λέει, εξωτερικά δε είναι παντελώς αναξιόπιστος. Η αξιοπιστία και στη ζωή και στην πολιτική και προπαντός στις διεθνείς σχέσεις είναι ο πιο σημαντικός παράγων.

Τι λάθη κάναμε ως χώρα και μπλοκάραμε μέσα στα μνημόνια;

Κανένα κόμμα δεν ετόλμησε να μιλήσει φανερά, μετά τη δική μου κυβέρνηση η οποία έπεσε, διότι ίσως πρόωρα εφήρμοσε τη σωστή πολιτική. Όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν έγιναν μνημονιακά, λέγοντας ότι το κάνουμε αυτό όχι γιατί είναι το σωστό, όχι διότι το θέλουμε, αλλά επειδή μας το επιβάλλουν.

Μπορούμε να βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο; 

Ναι, μπορούμε, αν σχηματιστεί μία κυβέρνηση ευρωπαϊκή. Οι ευρωπαϊστές σήμερα έχουν πλειοψηφίες και στο λαό και στη Βουλή. Θα πρέπει λοιπόν να γίνει μία κυβέρνηση που να περιλαμβάνει τους ευρωπαϊστές, τους μεταρρυθμιστές, μία κυβέρνηση που να έχει το θάρρος να πει την αλήθεια –αυτό συμβαίνει με τον Κυριάκο τώρα– να πει στους Έλληνες ότι αυτά κύριοι είναι, αν δεν μεγαλώσει η πίτα δεν πρόκειται να πάρετε περισσότερο. Τι βάζετε κόκκινες γραμμές; Χωρίς λεφτά κόκκινες γραμμές δεν υπάρχουν. Να δει ο κόσμος, να μάθει, γιατί η αλήθεια είναι πως και ο λαός έχει εν μέρει τη δική του ευθύνη που είναι πολύ-πολύ μικρότερη.

Ε, δεν είναι και ο λαός άμοιρος ευθυνών…

Μα φταίει και ο λαός, ο οποίος αρνείται να αλλάξει, αρνείται να στερηθεί των πλεονεκτημάτων του. Δημιουργείται στην Ελλάδα το πελατειακό λεγόμενο κράτος το οποίον είναι ισχυρό, πολύ ισχυρό, ο καθένας θέλει τις μεταρρυθμίσεις για λογαριασμό των άλλων, αλλά για τον εαυτό του δεν θέλει μεταρρύθμιση. Είναι πολύ δύσκολη δουλειά. Η Ελλάς θα σωθεί μόνο εάν γίνουν εκλογές και έρθει συγκυβέρνηση με τα ευρωπαϊκά κόμματα.

Μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους, πιστεύετε;

Μπορούν. Είδες ότι ο Κυριάκος πήρε την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας ενώ ξεκίνησε outsider. Ο κόσμος διψά για το καινούργιο. Τα μικρά κόμματα, τα φιλοευρωπαϊκά, δηλαδή το Ποτάμι, το ΠΑΣΟΚ, ακόμα και οι Κεντρώοι, ο Λεβέντης, δεν ξέρω αν θα επιβιώσουν στις επόμενες εκλογές, αλλά και αν επιβιώσουν, η Νέα Δημοκρατία που θα έχει την πλειοψηφία θα πρέπει να συνεργαστεί μαζί τους, με όλα τα ευρωπαϊκά κόμματα, και να εφαρμόσει μία πολιτική κοινής αποδοχής.

Που μπορεί να μας βγάλει απ’ αυτό το μαγγανοπήγαδο; 

Δύο τετραετίες χρειάζονται για να επανέλθει η Ελλάς στην ομαλότητα.

Την εκλογή του Κυριάκου πώς τη δεχθήκατε; Την αναμένατε; Τον βοηθήσατε; 

Ενεθάρρυνα τον Κυριάκο να υποβάλει υποψηφιότητα. Νόμιζα εξαρχής ότι θα κάνει καλή παρουσία, είχα και ελπίδες ότι μπορεί να εκλεγεί, αλλά όχι μεγάλες. Στην πορεία επέδειξε πολλές ικανότητες, πήγε πολύ καλά.

Σας εξέπληξε δηλαδή το αποτέλεσμα; 

Λιγάκι, ναι. Αλλά έκανε αυτό το οποίον έπρεπε να κάνει. Ο Κυριάκος παραμέρισε το παλιό αποφασιστικά, παραμέρισε τις προκαταλήψεις, είπε την αλήθεια και μέχρι τώρα, δόξα τω Θεώ, η πολιτική του πάει καλά.

Θα καταφέρει πιστεύετε ο Κυριάκος να αλλάξει ένα γερασμένο κόμμα;

Μα δεν θα είναι πια το ίδιο κόμμα, θα έρθει καινούργια γενιά. Ξέρεις, στην πορεία του χρόνου, εγώ έχω παρακολουθήσει πολλές γενιές ελληνικές. Η καινούργια γενιά των σημερινών τριαντάρηδων είναι από τις καλύτερες που γνώρισα. Εγώ θεωρώ πάντοτε πιο καλή τη γενιά του ’40, την άτυχη γενιά του πολέμου και του εμφυλίου, αλλά οι σημερινοί τριαντάρηδες, οι σημερινοί νέοι είναι πολύ πιο μορφωμένοι, γνωρίζουν πάρα πολύ τον έξω κόσμο, έχουν κυκλοφορήσει και είναι έτοιμοι να δεχθούν όλη την καινούργια τεχνολογία και να προσαρμόσουν την Ελλάδα προς τα διεθνή δεδομένα. Κατά συνέπεια σήμερα αυτό που χρειάζεται είναι να χρησιμοποιηθούν πολλοί νέοι, φυσικά και ορισμένοι παλιοί οι οποίοι είναι απαραίτητοι, αλλά προπαντός να χρησιμοποιηθούν άνθρωποι οι οποίοι να πιστεύουν σε αυτό που κάνουν.

Προσωπικά, νιώσατε ικανοποίηση για την εκλογή του; 

Ε, βέβαια, ένιωσα και νιώθω ικανοποίηση. Λυπούμαι μόνο που δεν πρόλαβε να τον δει και η Μαρίκα…

Αυτή η γυναίκα φαίνεται να υπήρξε το Α και το Ω του συναισθηματικού σας κόσμου. Πώς είναι, κύριε πρόεδρε, η ζωή χωρίς τον άνθρωπό σας;

Είναι πολύ δυσάρεστο, είναι πάρα πολύ δυσάρεστο και πάρα πολύ βαρύ. Είναι μεγάλη η απώλεια αυτή, όπως σου είπα και πρωτύτερα με συνοδεύει. Ο σύντροφος, η σύζυγος δηλαδή στην περίπτωσή μου, σου γεμίζει τη ζωή ολόκληρη, είναι δίπλα σου διαρκώς. Όταν είσαι μόνος, όπως είμαι εγώ τώρα, έχω φυσικά παιδιά, εγγόνια, φίλους, ό,τι θέλεις, αλλά ορισμένες ώρες νιώθεις και είσαι μόνος. Νιώθεις την απουσία ενός ανθρώπου που σε καταλαβαίνει, που σε αγαπά, που μοιράζεσαι μαζί του τις στενοχώριες σου και τις χαρές σου.

Λένε ότι ο έρωτας πλαταίνει όσο τίποτε άλλο. Σε εσάς πώς επέδρασε αυτή η σχέση; 

Νομίζω ότι περάσαμε καλά. Ήμασταν διαφορετικοί χαρακτήρες, η Μαρίκα είχε πολλή ζωή, πληθωρική, περίσσευμα αγάπης προσέφερε. Πολλή εξυπνάδα και προπαντός απόλυτη ειλικρίνεια, δεν χάριζε σε κανέναν κάστανα.

Τι είχε η σύζυγός σας, που δεν είχατε εσείς;

Ένστικτο. Πολλάκις τo εμπιστεύτηκα και πολλές φορές που δεν το ακολούθησα, το μετανόησα.

Τη γνωρίσατε όταν ήσαστε 33 χρόνων, σωστά;

Τη γνώρισα μεγάλος και παντρεύτηκα μεγάλος, αν δεν γνώριζα τη Μαρίκα ίσως δεν θα παντρευόμουν.

Σαν τιμωρία προς τον εαυτό σας ακούγεται αυτό. Δεν είναι ωραία η εργένικη ζωή; 

Υπέρ της εργένικης ζωής δεν ήμουν ποτέ.

Υπήρξατε όμως κάποτε εργένης, δεν μπορεί…

Υπήρξα εργένης, αλλά οικογενειάρχης εργένης. Από την εποχή που πέθανε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, το 1943, ουσιαστικά ήμουν ο αρχηγός της οικογενείας. Ήμουν το πρώτο αγόρι και είχα ευθύνες, πολλές ευθύνες.

Δεν προλάβατε να ζήσετε ανέμελη νιότη; 

Δύσκολη ζωή έζησα και ως φοιτητής και στη συνέχεια βέβαια ανακατεύτηκα πολύ με την Αντίσταση, με τα πολιτικά, μπήκα στην πολιτική κατά λάθος, χωρίς να το θέλω, με παρέσυρε το ρεύμα της εποχής εκείνης. Είχε πεθάνει η περασμένη γενιά της οικογενείας μου, οι γονείς μας, ο μακαρίτης ο θείος μου Αριστομένης Μητσοτάκης που είχε κάνει το κίνημα εναντίον του Μεταξά, πέθανε το 1948 στην Κύπρο εξόριστος και μετέφερα εγώ τα οστά του πολλά χρόνια μετά στο νεκροταφείο των Αθηνών. Δεν υπήρχε κανείς αρχηγός της οικογενείας. Εγώ είχα ήδη ένα όνομα από τη δική μου προσωπική δράση. Με πίεσε πάρα πολύ η οικογένεια ολόκληρη και τελικά κατέβηκα στις εκλογές, φορώντας τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού και καπέλο χωρίς στέμμα.

Εσείς πιέσατε καθόλου τα παιδιά σας να κατέβουν στον πολιτικό στίβο; 

Ποτέ. Η Ντόρα ασχολήθηκε με την πολιτική όταν δολοφόνησαν τον άνδρα της και πέτυχε στην πολιτική, ήταν πολύ ουσιαστική η συμβολή της στην παράταξη. Ο Κυριάκος το ήθελε μέσα του και το απεφάσισε αφού προηγουμένως εργάστηκε δέκα χρόνια στον ιδιωτικό τομέα. Ούτε τον παρότρυνα, ούτε τον απέτρεψα.

Η Βουλή, που ξέρω ότι παρακολουθείτε ανελλιπώς, σας εκπλήσσει; 

Όχι, με στενοχωρεί.

Είστε ευσυγκίνητος σαν χαρακτήρας; 

Θα έλεγα ότι είμαι πολύ συγκρατημένος.

Σας έχουμε δει δημόσια δακρυσμένο δύο φορές: στη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη και στην κηδεία της συζύγου σας. Έχετε δακρύσει άλλη φορά;

Βέβαια. Εγώ ήμουν ευσυγκίνητος και είμαι, πολύ ευσυγκίνητος, αλλά το κρύβω, δεν δείχνω τα συναισθήματά μου, τα κρατώ μέσα μου. Πολλές φορές αισθάνθηκα συγκίνηση. Σε περιπτώσεις προσωπικές, ανθρώπινης δυστυχίας και πόνου, σε περίπτωση απώλειας ανθρώπων δικών μου και φίλων.

Στην πολιτική υπήρξε στιγμή που συγκινηθήκατε; 

Στην πολιτική άντεχα πολύ. Αλλά ναι, βεβαίως έχω συγκινηθεί. Οι εκδηλώσεις του λαού τα τελευταία χρόνια της πολιτικής μου, τότε που κέρδισα τις εκλογές και έφτιαξα κυβέρνηση, ήταν τόσο θερμές που σε ζωντάνευαν, σε συγκινούσαν, σε παρέσυραν.

Όλοι ρωτούν τα παιδιά σας αν τους βαραίνει το όνομα Μητσοτάκη και κανείς δεν έχει ρωτήσει εσάς. Σας βάρυνε ποτέ;

Το όνομά μου το απέκτησα στην πορεία, τίποτα και κανείς δεν με βάρυνε ποτέ.

Για τα παιδιά σας τι γνώμη έχετε; Πιστεύετε π.χ. ότι η Ντόρα ίσως να έκανε άλλη πολιτική καριέρα αν δεν έφερε αυτό το όνομα; 

Θα έκανε αλλιώτικη καριέρα, υποθέτω, σίγουρα, αλλά θα έκανε πάλι καριέρα ανάλογη. Το παιδί ενός γνωστού πολιτικού έχει πλεονεκτήματα στο ξεκίνημα, από εκεί και πέρα έχει μειονεκτήματα διότι το συγκρίνουν και απαιτούν από αυτό ίσως πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει.

Να ξαναγυρίσουμε στη ζωή, που έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Είναι αλήθεια ότι γνωρίζετε όλο τον «Ερωτόκριτο» απ’ έξω; 

Όχι, αλλά νέος μάθαινα πάρα πολύ εύκολα απ’ έξω ποιήματα. Θυμόμουν τον «Faust» του Goethe ολόκληρο, σχεδόν ολόκληρο, το πρώτο τμήμα. Και ελληνικά ποιήματα, Παλαμά διάβαζα πολύ. Ακόμα και σήμερα μου έρχονται ορισμένοι στίχοι. Πριν από 2-3 χρόνια κάναμε μία μεγάλη συγκέντρωση και εξεφώνησα ένα λόγο επ’ ευκαιρία της παρουσιάσεως του βιβλίου «Το έργο της κυβερνήσεώς μου» και όπως πολλές φορές μου συνέβαινε να τελειώνω ένα λόγο με κάποιο ποίημα, με στίχους, έτσι και τότε τελείωσα με ορισμένους στίχους του Παλαμά.

Τους θυμάστε να μου τους πείτε; 

«Χρωστάμε εις όσους ήρθαν / πέρασαν, θα ρθούνε, θα περάσουν / κριτές θα μας δικάσουν / οι αγέννητοι, οι νεκροί».

Τραγουδάτε ποτέ;

Όχι. Τραγουδώ μόνο από κοντά, ψιθυριστά, χωρίς να ακούγεται η φωνή μου διότι είμαι φάλτσος.

Οι φάλτσοι συνήθως αφού δεν μπορούν να τραγουδήσουν, χορεύουν. Με το χορό ποια ήταν η σχέση σας; 

Καλή πάντα. Τους κρητικούς χορούς δεν τους πολυχόρευα, αλλά χόρευα γενικά τους ευρωπαϊκούς, ήμουν καλός χορευτής στο βαλς.

Αν και το βαλς δεν συνάδει με τις κουμπαριές, δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω αν μπορείτε να μου πείτε με έναν αριθμό πόσες κουμπαριές έχετε κάνει στη ζωή σας.

Πάντως πρέπει να περνούν τη χιλιάδα.

Γιατί σας άρεσε να στεφανώνετε και να βαφτίζετε ανθρώπους; 

Το έκανα για να αποκτήσουμε δεσμό. Η κουμπαριά στην Κρήτη εξακολουθεί να μετρά. Ακόμα και σήμερα. Όταν σου ζητά ο άλλος να του βαφτίσεις το παιδί ή να τον παντρέψεις, δύσκολα λες όχι. Στις εκλογές επάνω πολλές φορές σου ζητούσαν να βαφτίσεις παιδιά και βάφτιζα εγώ, βάφτιζε η Μαρίκα. Η Μαρίκα, λοιπόν, θυμάμαι ένα βράδυ βάφτισε πέντε(!) παιδιά.

Δεν σας έχουμε δει ποτέ να οδηγείτε, δεν σας άρεσαν τα αυτοκίνητα; 

Πολύ. Οδηγούσα πολύ, αλλά έπαυσα να οδηγώ λόγω των ματιών μου. Στο Παρίσι, στην εξορία μας, οδηγούσα ένα μεταχειρισμένο Ρόβερ που η Μαρίκα έλεγε ότι έμοιαζε με τανκς.

Έχω διαβάσει ότι φτάσατε στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1968 μέσω Τουρκίας, ύστερα από ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι. 

Έφυγα παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, υπό δραματικές συνθήκες και επικίνδυνες, με πολύ μεγάλο κίνδυνο – δεν τον λογάριασα εκείνη την ώρα. Διέσχισα το Αιγαίο με ένα μικρό κρις κραφτ 10 μέτρων που είχε δύο βενζινομηχανές εκ των οποίων η μία χαλασμένη και με φοβερό μελτέμι. Μαζί μου είχα κι ένα φίλο Ιταλογιουγκοσλάβο υποτίθεται για καπετάνιο, αλλά στην πορεία αποδείχτηκε πως μέχρι κι εγώ, που ήμουνα παντελώς άσχετος, ήξερα περισσότερα για τη θάλασσα. Τέλος πάντων έφθασα κακήν κακώς στο Τσεσμέ. Από εκεί έστειλα ένα τηλεγράφημα στον αδελφό μου τον Χαράλαμπο, συνθηματικό, είχαμε συμφωνήσει τι θα του πω, τρεις λέξεις, να μάθουν ότι έφθασα, ότι επέζησα. Πήρα ένα ταξί και πήγα στη Σμύρνη. Από τη Σμύρνη, τηλεφώνησα στον υπουργό των Εξωτερικών της Τουρκίας, φίλο μου, τον Τσαγλαγιανγκίλ, τον οποίον είχα προηγουμένως προϊδεάσει ότι θα κοιτάξω να φύγω μέσω Τουρκίας. Βρήκα το διευθυντή του γραφείου του, είπα ότι είμαι στην Τουρκία και ζητώ δικαίωμα διόδου και απόλυτη μυστικότητα. Οι Τούρκοι αμέσως το φρόντισαν. Δεν είχε περάσει μισή ώρα και ο αρχηγός της αστυνομίας της Σμύρνης παρουσιάστηκε και ετέθη στην υπηρεσία μου. Εντωμεταξύ όμως, δεν ξέρω πώς, ίσως και από λάθος δικό μου, κυκλοφόρησε η φήμη ότι βρίσκομαι εκεί και άρχισε η καταδίωξη των Τούρκων δημοσιογράφων, οι οποίοι είναι φοβεροί, πολύ χειρότεροι από τους Έλληνες, πέφτουν σαν τα μελίσσια. Τέλος πάντων με διάφορα κόλπα κατάφερα να τους ξεφύγω και να μπω στο αεροπλάνο για να πάω στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί να ταξιδέψω για Παρίσι. Η οικογένειά μου ήρθε ένα χρόνο μετά. Είχε τεθεί υπό κατ’ οίκον κράτηση στη Γλυφάδα και δεν έδιναν διαβατήριο στη Μαρίκα. Επικοινωνούσαμε με το τηλέφωνο και με γράμματα και όταν τελικά πήρε το πολυπόθητο διαβατήριο δεν περίμενε ούτε μέρα, πήρε το πρώτο πλοίο που βρήκε μπροστά της, ένα εβραϊκό, και κατέφθασαν στη Βενετία όπου τους παρέλαβα εγώ.

Γιατί με πλοίο; Αφού της έδωσαν νόμιμο διαβατήριο. 

Γιατί πήρε το αυτοκίνητό μας, ένα παλιό Mercedes που μας άφησε χρόνους στο Παρίσι, έβαλε μέσα τα 4 παιδιά μας, τη Γερμανίδα νταντά, και τις βαλίτσες. Ο Κυριάκος, που τον είχα αφήσει 5 μηνών, ήτανε 1,5 έτους. Τον είχανε δέσει μάλιστα με ένα λουρί, ενθυμούμαι, γιατί περπατούσε αλλά ήτανε ακόμα πολύ μικρός. Μπήκαμε όλοι μέσα στο αυτοκίνητο και φθάσαμε, μέσω Ελβετίας, στο Παρίσι οδικώς.

Σαν από ιταλική ταινία μοιάζει η σκηνή. 

Κι όμως, χωρέσαμε και οι 7. Εγώ στο τιμόνι, δίπλα η Μαρίκα με ένα παιδί και πίσω η Νάνε με τα άλλα τρία. Είχα βάλει και από πάνω στη στέγη τις βαλίτσες και ξεκίνησα οδηγώντας προς Ελβετία.

Βρεθήκατε λοιπόν στο Παρίσι το 1968, τρεις μόλις μήνες μετά τον παρισινό Μάη. Σχεδόν δεν θα ’χαν προλάβει να ξαναβάλουν τα παβέ των βουλεβάρτων στη θέση τους, σωστά; 

Ακριβώς. Ο De Gaulle είχε πλήρως επικρατήσει βεβαίως και υπήρχε ηρεμία, αλλά έβραζε λιγάκι το Παρίσι ακόμα, ήταν ανήσυχο. Εκείνο τον καιρό εγώ έφτασα μαζί με ένα φίλο που με συνόδευε και νοίκιασα ένα διαμέρισμα στον οδό Mirabeau 1.

Η Μirabeau, αν θυμάμαι καλά, είναι στο 16ο arrondissement, στην πιο αριστοκρατική συνοικία των Παρισίων. Τυχαία διαλέξατε να μείνετε στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα και όχι στην αριστερή; 

Έχει γούστο αυτό που με ρωτάς αλλά εκείνη την εποχή όχι δεν το σκέφτηκα, νοίκιασα ό,τι βρήκα μπροστά μου. Ναι, στην αρχή έμενα σε καλό διαμέρισμα, μετά πήγα σε ένα πολύ μετριότερο, στη rue Leconte de Lisle, που είναι το όνομα του ποιητή και συγγραφέα της «Μασσαλιώτιδας».
Ζήσατε 4 και πλέον χρόνια στο Παρίσι. Σας έμαθε κάτι αυτή η πόλη;

Μου έκανε πολύ καλό η περίοδος της εξορίας, ξέρεις γιατί; Γιατί εγνώρισα την οικογένειά μου, για πρώτη φορά πλησίασα τα παιδιά και τους μίλησα. Μέχρι τότε ζούσα πραγματικά σε τρέλα, ήταν και δύσκολες οι εποχές του ανένδοτου αγώνα, η 15η Ιουλίου κ.λπ., και ξαφνικά εκεί ήταν ήρεμη η ατμόσφαιρα, η οικογενειακή ζωή ήταν αρμονική. Είναι όμως ταυτόχρονα γλυκόπικρη η ανάμνηση των Παρισίων. Ιδίως εκείνο το οποίο σε σκότωνε ήταν η αβεβαιότητα, δεν ήξερες αν και πότε θα γυρίσεις. Κατά τα λοιπά η ζωή όπως είχε οργανωθεί ήταν καλή, είχαμε σχέση με τους Έλληνες που ζούσαν στο Παρίσι και πολιτική επαφή και ενότητα, εγώ ήμουν δίπλα στον Καραμανλή και γενικός του επιτελάρχης. Πλησίασα τότε τον Καραμανλή, πιστεύω, για πολύ καιρό.

Γνωρίσατε, φαντάζομαι, και την ανθρώπινη πλευρά του; 

Και την ανθρώπινη και τα χούγια του. Σ’ ένα μάλιστα συμπίπταμε. Εγώ συνηθίζω πάντα να κόβω τη μέρα μου στη μέση και να κάνω μια σιέστα. Ε, οι μόνοι άνθρωποι στο Παρίσι που κοιμόντανε το μεσημέρι ήμουνα εγώ και ο Καραμανλής. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Τον Κυριάκο και την Ντόρα. Με τη Μαρίκα δεν τα πήγαινε καλά, γιατί η Μαρίκα είναι γλωσσού, δεν του χάριζε και ο Καραμανλής ήταν δύσκολος. Αλλά ερχόταν πολύ συχνά στο σπίτι μας να φάει. Του άρεσαν πολύ οι χορτόπιτες και το αγαπημένο του γλυκό ήταν ο μπαμπάς με το ρούμι. Έπινε μόνο κόκκινο κρασί, ακόμα και με το ψάρι, προς μεγάλη απελπισία των Γάλλων σομελιέ. Κάναμε και εκδρομές, πήγαμε μαζί στη Νορμανδία.

Ακόμα και στο Παρίσι διατηρήσατε τη συνήθεια να καλείτε κόσμο στο σπίτι για τραπέζι. 

Καλούσε η Μαρίκα τα βράδια. Πολλές φορές και πολύ κόσμο, Έλληνες κυρίως, με τους Γάλλους δεν είχαμε πολλές σχέσεις. Έψηνε τεράστιες ποσότητες, μια φορά ενθυμούμαι είχε τηγανίσει σαράντα κομμάτια βακαλάο με σκορδαλιά.

Εσείς πώς περνούσατε τις μέρες σας;

Μου άρεσε να περπατώ στους δρόμους, απολάμβανα αυτή τη βόλτα. Σε όλη μου τη ζωή ήμουν δεινός περπατητής και εκείνη την εποχή περπατούσα συχνά. Τα παιδιά πήγαιναν στη γερμανική σχολή, στο Saint Cloud. Ασχολούμην μαζί τους, τα γνώρισα, κάναμε διάλογο, έμαθαν να σκέπτονται και να απαντούν, κάτι το οποίο στην Ελλάδα σπανίζει. Τα καλοκαίρια τα στέλναμε στην Κρήτη και εγώ με τη Μαρίκα πηγαίναμε κάπου, συνήθως Ισπανία. Στο Παρίσι όμως πρώτα απ’ όλα έγινα ψωνιστής εγώ ο ίδιος. Έμαθα να ψωνίζω κρέας, έμαθα τα κρασιά. Ψώνιζα μαζί με τη Μαρίκα, πηγαίναμε στη λαϊκή αγορά, παίρναμε το αυτοκίνητό μας και το γεμίζαμε.

Φαντάζομαι την έκπληξη του Γάλλου κρεοπώλη τη στιγμή που θα του λέγατε «βάλε μου 5 κιλά κιμά»…

Είχα βρει ένα συνεταιρισμό που πουλούσε κρέας και πήγαινα σε αυτόν. Εγώ επίσης ως Έλληνας άφηνα pourboire, το οποίο στη Γαλλία είναι απηγορευμένο είδος και με περιποιούνταν πάντοτε. Αγόραζα το κρέας μου και μία ημέρα μου λέει ο υπάλληλος, «θα έχετε εστιατόριο βέβαια». «Όχι» του λέω «δεν έχω εστιατόριο, έχω μεγάλη οικογένεια».

Κρατήσατε αυτή τη συνήθεια και όταν γυρίσατε στην Ελλάδα; 

Όχι, αλλά όταν η εγγονή μου η Αλεξία σπούδαζε στο Παρίσι και τύχαινε να βρίσκομαι εκεί την έπαιρνα και πηγαίναμε να ψωνίσουμε κρέας από το δικό της χασάπη. Αγόραζα και τότε ποσότητες, είχα μανία να ψωνίζω κρέας, και όταν έφευγα ρωτούσαν την Αλεξία «ο κύριος παππούς σας πότε θα ξανάρθει;». Ένα γαλλικό φαγητό που έχω σε πολύ εκτίμηση είναι το βραστό το βοδινό το οποίο απαιτεί κομμάτια από ειδικό μέρος του ζώου: χρησιμοποιείς jarret de veau και plat de côtes. Αγόραζα λοιπόν κι εγώ από το Παρίσι και το έπαιρνα μαζί μου στα Χανιά, στην Αθήνα πολλές φορές, για να κάνουμε ένα ωραίο γαλλικό βραστό.

Είναι το αγαπημένο σας φαγητό αυτό; 

Τρελαίνομαι, αλλά μ’ αρέσουν κι άλλα.

Τι άλλο σας αρέσει; 

Λέγε μου να σου λέω…

Όσπρια; 

Στην κορυφή της διατροφής μου.

Σταμναγκάθι; 

Ναι, αλλά μόνο το άγριο.

Αγκινάρες; 

Τρώγω αγκινάρες μανιωδώς. Ωμές πάντα με λεμόνι. Ωραίος μεζές για το κρασί και την τσικουδιά.

Πιλάφι;

Το τρώγω πάρα πολύ ευχαρίστως και το εισαγάγαμε, ξέρεις, το πιλάφι, στην Αθήνα τώρα είναι πολύς κόσμος που κάνει πιλάφι.

Εκείνη την εποχή, τέλος δεκαετίας του ’60 που βρεθήκατε στο κέντρο της Ευρώπης, ήταν και μια εποχή που εξέφρασε μία νέα κουλτούρα στο ντύσιμο, στη μουσική, στη μόδα, στο life style. Τα παρακολουθούσατε αυτά; Η εμφάνισή σας σάς απασχόλησε ποτέ;

Όχι πολύ. Αλλά μου άρεσε πάντοτε να είμαι καλά ντυμένος, είχα και πολλά κοστούμια.

Η σύζυγός σας είχε λόγο στην γκαρνταρόμπα σας; 

Η Μαρίκα βέβαια είχε τη γνώμη της, αλλά εγώ διάλεγα. Με κορόιδευε και μου έλεγε ότι αγόραζα πολλά. Επειδή νέος δεν είχα κοστούμια να φορέσω, όταν μπόρεσα λοιπόν αγόρασα πολλά.

Πηγαίνατε στα μαγαζιά ή σας τα έφερναν να διαλέξετε; 

Εγώ έχω πολύ κανονικό σώμα. Ήξερα τα μέτρα μου και πολλές φορές αγόραζα έτοιμο κοστούμι και χωρίς να το δοκιμάσω, συνήθως το πετύχαινα.

Είναι αλήθεια αυτό που έχω ακούσει ότι δηλαδή σας συνέλαβαν με τις πιτζάμες εκείνο το βράδυ της 21ης Απριλίου 1967;

Αλήθεια είναι. Όταν ήρθε ο αστυνομικός να με συλλάβει στο σπίτι μας ήμουνα ξυπόλυτος με κάτι κόκκινες πιτζάμες και δεν με άφησε να ντυθώ. Αλλά επειδή είχα κάποια εμπειρία άρπαξα την τελευταία στιγμή ένα παντελόνι το οποίο είχε μέσα και μερικά χρήματα κι έτσι ήμουν προνομιούχος στο Κέντρο Τεθωρακισμένων στο Γουδί που μας πήγανε, είχα τουλάχιστον ένα παντελόνι να βάλω. Οι υπόλοιποι, και εννοώ όλη την πολιτική ηγεσία της εποχής, δεν πρόλαβαν. Ο Λεωνίδας ο Κύρκος παρουσιάστηκε με το βρακάκι του κι ένα μικρό κασκορσέ σαν παλαιστής. Μ’ άλλα λόγια εκείνη την ημέρα, πέραν του εθνικού μας δράματος, είδαμε και πώς κοιμόταν ο καθένας μας τα βράδια.

Ποιοι άλλοι ήταν εκεί; 

Όλος ο καλός κόσμος. Αριστεροί, κεντρώοι, δεξιοί, όλοι ήμασταν παρέα. Εμένα με πήγαν από τη μεριά όπου είχαν πάει και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Απέναντι ήταν ο Ράλλης, ο Παπαληγούρας, ο Ανδρέας ο Παπανδρέου. Εγώ δεν βρέθηκα στον ίδιο χώρο με τον Ανδρέα. Ήμουν παρέα όμως με τον Λεωνίδα τον Κύρκο, με τον Γλέζο και αρκετούς άλλους αριστερούς. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήρθε στο τέλος. Αλλά αυτόν τον έφεραν ντυμένο, ήταν και πυρέσσων, είχε μία μικρή γριπούλα και τον πρόσεξαν. Πήγαινε μπροστά με το παλτό και το καπέλο και από πίσω ένας λοχίας τού κρατούσε το βαλιτσάκι με τα φάρμακα. Πλησίασε, είχα να μιλήσω με τον Παπανδρέου δύο χρόνια, τον πλησίασα πρώτος, τον χαιρέτησα και του λέω, «κύριε Πρόεδρε, καλώς ορίσατε, αλλά όπως βλέπετε εμείς οι προδότες προηγήθημεν!» Γύρισε αλλού τα μούτρα του και προχώρησε. Τον έφεραν και τον έβαλαν λοξά απέναντί μου, είχαμε τα στρατιωτικά κρεβάτια με τα τρίποδα τότε και ξάπλωσε. Δίπλα του ήταν ο Παυσανίας Κατσώτας.

Ποιος ήταν ο Κατσώτας; 

Στρατηγός, βουλευτής, εθεωρείτο γενναίος και επικίνδυνος. Τον είχαν συλλάβει, του είχαν τραυματίσει τα χέρια οι χειροπέδες και είχε πάθει ένα σοκ και μούγκριζε. Ο Γέρος μόλις ξάπλωσε, όπως ήταν φλύαρος, γύρεψε παρέα για να μιλήσει. Γύρισε λοιπόν στον Παυσανία και του λέει, «κι εμείς, Παυσανία, που ανησυχούσαμε μήπως δεν μας κάνει καλό καιρό την Κυριακή στη Θεσσαλονίκη», επρόκειτο να κατέβει με άσπρο άλογο ο Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή. Ο Παυσανίας όμως μούγκριζε, δεν είχε κέφι για κουβέντα, και τότε γύρισε ο Γέρος σε εμένα και πιάσαμε την κουβέντα και σε δέκα λεπτά ήμασταν σαν να μην είχαμε χωρίσει ποτέ. Η ώρα περνούσε, είχα βολευτεί κάπως, είχα φορέσει και το παντελόνι μου και λένε οι υπόλοιποι «ας κοιμηθούμε λιγάκι, αν μπορούμε». Πού να κοιμηθείς όμως; Τότε εγώ πρότεινα «βρε παιδιά, δεν παίζουμε καμιά πρεφίτσα, ποιος παίζει πρέφα;». Βρέθηκε ο Παυσανίας μαζί με το γιο του και παίξαμε οι τρεις μας ως τις 6 το πρωί την πρώτη πρέφα στο Κέντρο Τεθωρακισμένων.

Τρομερή σκηνή μου περιγράφετε…

Θέλει καλοπέραση η φυλακή.

Με τους φίλους σας παίζατε χαρτιά; 

Βέβαια, και πρέφα παίζαμε και πόκα και μπριτζ παίζαμε, όλα τα χαρτιά που παίζονται τα παίζαμε.

Παίζατε το χανιώτικο μπριτζ;

Πάντως εγώ το χανιώτικο έμαθα και το έμαθα από πολύ νέος. Ο Λευτέρης ο αδελφός μου έπαιζε μπριτζ και ήταν τόσο μικρός που στεκόταν όρθιος και έριχνε το χαρτί, δεν καθόταν.

Οι φίλοι σας είχαν σχέση με την πολιτική; 

Καμία. Οι φίλοι μου προέρχονταν από όλες τις περιόδους της ζωής μου. Ήταν οι παιδικοί μου φίλοι πρώτα απ’ όλα από το σχολείο, το Δημοτικό, το Πρακτικό Λύκειο Χανίων, τον Ορειβατικό κ.λπ. Μετά ήταν η μεγάλη πανεπιστημιακή παρέα και η αντιστασιακή. Όταν βρισκόμασταν συζητούσαμε για τα πάντα εκτός από πολιτική. Τώρα δεν έχει μείνει πια κανείς. Είχα καλούς φίλους, αγαπούσα τους φίλους μου και με αγαπούσαν και πάντοτε δίδασκα στους νέους πολιτικούς ότι αν δεν αγαπάς τον κόσμο μην πολιτεύεσαι, πρέπει να ξεκινάς από την καλή διάθεση να βοηθήσεις. Ο Κυριάκος το έχει αυτό, είναι καλό παιδί, έχει αγάπη πολλή και νομίζω ότι τον βοηθά. Ο ανάποδος άνθρωπος και ο εκδικητικός δεν κάνει για την πολιτική και ούτε ωφελείται από αυτήν.

Κύριε Πρόεδρε, όλοι εδώ κρινόμαστε αλλά ειδικά εσείς οι πολιτικοί κρίνεστε κάποια στιγμή και από την ιστορία. Πιστεύετε ότι η ιστορία θα σας κρίνει δικαιότερα απ’ ό,τι σας κρίναμε εμείς;

Δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι στην πολιτική έκανα πάντα αυτό που θεωρούσα ότι ήτανε σωστό. Ξεκίνησα φιλελεύθερος και τερματίζω φιλελεύθερος. Θα με ικανοποιούσε να με θυμούνται ως έναν άνθρωπο που είχε την ειλικρίνεια και το θάρρος να αγωνιστεί γι’ αυτά που επίστεψε, που είχε την τύχη να μην αλλάξει ποτέ του, που είπε την αλήθεια στο λαό και δεν κορόιδεψε κανένα. Αυτό θα ήταν ο μεγαλύτερος έπαινος που θα μπορούσε να μου αποδοθεί. Λοιπόν!… Καλά είμαστε….

Συμφωνώ, καλά είμαστε! Σας ευχαριστώ, κύριε πρόεδρε, για το χρόνο που μου διαθέσατε, λυπάμαι αν σας κούρασα αλλά η κουβέντα μαζί σας είναι πάντα προνομιακή.

Μια χαρά περάσαμε, συγνώμη που δεν μπορώ να σηκωθώ και να σε συνοδεύσω μέχρι την εξώπορτα. Πες στη Ρόζμαρι να σε βγάλει στο μπαλκόνι να δεις τη Σούδα από ψηλά. Αυτή είναι η προνομιακή στιγμή!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook!



Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*