Home / Επικαιρότητα / Οι Εορταστικές Εκδηλώσεις για τη Μάχη του Διρού…

Οι Εορταστικές Εκδηλώσεις για τη Μάχη του Διρού…

Εορταστικές εκδηλώσεις με αφορμή την 189η επέτειο της ηρωικής Μάχης του Διρού, διοργανώνει ο Δήμος Ανατολ. Μάνης. Ήταν το διάστημα 22-26 Ιουνίου 1826, όταν οι Μανιάτισσες με όπλο το απλό δρεπάνι του θερισμού ταπείνωσαν τον αήττητο μέχρι τότε Ιμπραήμ Πασά, στο ακρογιάλι του Διρού.

Στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων, κατά το τριήμερο 25-27/6, θα διεξαχθούν σκοπευτικοί αγώνες σε συνεργασία με τον Αθλητικό Πολιτιστικό Όμιλο Μάνης «Το Ταίναρο», την Αστυνομική Ακαδημία, τον ΑΟ Μάνης «Ο Νίκανδρος», το Σκοπευτικό Όμιλο Σπάρτης και τον Αθλητικό Σκοπευτικό Όμιλο Γυθείου.

Λίγα Λόγια για την Μάχη του Διρού:

Η αυταπάρνηση, η τόλμη, το θάρρος, η ανδρεία και πατριωτική Αρετή των θρυλικών ηρωίδων δρεπανηφόρων Μανιατισσών ελάμπρυναν τον Ιερό Αγώνα του Εικοσιένα και διέσωσαν τη φυλή και την Πατρίδα από βέβαιον εξολοθρεμοαφανισμό. Η ανεκτίμητη αυτή εθνική προσφορά των γυναικών της Μάνης θα φανή, νομίζομε, ως αυταπόδεικτη από τα Ιστορικά ντοκουμέντα, τα οποία ευθύς αμέσως θα παραθέσωμεν…

Ο επάρατος διχασμός στα 1824-25 έχει ανοίξει πολύ βαθειές πληγές στο καταματωμένο σώμα της νεκραναστημένης Ελλάδος. Ο Γιουσούφ Πασάς κρατά ακόμα γερά την Πάτρα, ή Εύβοια είναι τουρκοκρατημένη, η Ρούμελη αποδυναμωμένη, ο Κιουταχής πολιορκεί στενά το Μεσολόγγι και μερικά από τα Ρουμελιώτικα σώματα πού κατεβαίνουν προς υποστήριξη των Κυβερνητικών στην Πελοπόννησο, διάγουν σαν να ευρίσκονται σε εχθρική γη, με τον Κολοκοτρώνη, του, αδελφούς Δεληγιανναίους και όλους τους άλλους κυριότερους Πελοποννήσιους πρωτοκαπετάνιους στη φυλακή (στη χάψη), όπως πολύ παραβολικά και με μεγάλη πικρία ομολογεί ο Μακρυγιάννης.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα δεινά, στις 10 με 12Φεβρουαρίου τού 1825 πραγματοποιεί απόβαση στα Μοθωκόρωνα ο Ιμπραήμ Πασάς, τελείως ανενόχλητος και ατουφέκιστος, παρ’ ότι η Κυβέρνηση Κουντουριώτη έχει σπάνιες, σαφείς και σημαντικές πληροφορίες για τις δυνάμεις και τα πιθανά σημεία αποβάσεως στις ακτές της Πελοποννήσου, καθώς και για τους φοβερούς κινδύνους που θα διατρέξη η επανάσταση από την τρομερή αυτή επιδρομή.

Όπως είναι δε στρατηγικά παραδεκτό, αν υπήρχε πρόνοια, με ελάχιστα οργανωμένο στράτευμα θα μπορούσε να χτυπηθούν αποφασιστικά οι πρώτες 5.000 των Τουρκοαιγυπτίων, που επί ημέρες ζαλισμένοι από τη θάλασσα περίμεναν αναποφάσιστοι στην παραλία της Μεθώνης την άφιξη του ιδίου του Ιμπραήμ και των υπολοίπων 27.000 πεζών, πυροβολητών. ναυτικών και ιππέων, που ερχόντουσαν με τον φόβο ότι μπορεί να πάθουν την «νίλα» του Δράμαλη.

Είχε όμως και ο Ιμπραήμ τις θετικές πληροφορίες του για τον εμφύλιο σπαραγμό των Ελλήνων, γι’ αυτό και όταν είδε πως το πρώτο αποβατικό του σώμα έμεινε ανενόχλητο, έσπευσε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση και επεδόθη αμέσως στο καταστροφικό του έργο. Και μετά την ηρωική έξοδο και φοβερή σφαγή του Μεσολογγίου, την νύχτα της 10ης Απριλίου 1826, ο Ιμπραήμ ξαναγυρίζει στο Μοριά, όπου συνεχίζει το κόψιμο και κάψιμο των καρποφόρων δέντρων και το εξολοθρεπτικό και γενεοκτονικό έργο του. Γι’ αυτό και ο Φωτάκος συμπληρώνει στα απομνημονεύματά του (σελ. 537):

«…Αφού δε εφθάσαμεν εις Άγιον Φλώρον προς τον δρόμον της Καλαμάτας, οπού βγαίνει κεφαλόβρυσον και έχει μεγάλα δένδρα και ίσκιο… Εκεί ηύραμε κρεμασμένα από τα δέντρα ως εξ παιδιά μικρά, βυζανιάρικα, από πέντε έως επτά μηνών το καθένα, σπαργανωμένα καθώς τα είχαν αι μάναις των. Είχαν δε αποκάμει και δεν μπορούσαν να κλάψουν. Είχαν περάσει τρεις ημέραις αφ’ ότου διήλθον εκείθεν Τούρκοι αράπηδες, οι οποίοι είχαν κυνηγήσει τες μανάδες των, αι οποίαι δια να γλιτώσουν εγκατέλειψαν τα παιδιά των. Οι δε αράπηδες τούρκοι παίρνοντας από κάτω τα παιδιά, τα εβαστούσαν εις τα χέρια και δείχνοντας αυτά εφώναζον την κάθε μάνα: Μαριά, Μαριά, στάσου να σου το δώσω…Ήθελαν με τούτο να γελάσουν την μάνα με την ψυχοπόνια και να την πιάσουν, διότι ενόμιζον οτι θα την κλονίση ο πόνος του παιδιού και θα σταθή…»

Και ο Φωτάκος στο σημείο αυτό διευκρινίζει:

«…Αυτοί τα είχαν κρεμάσει εις τα δέντρα, το καθένα με την νιάκα του, οπού χάριν φιλανθρωπίας δεν τα εσκότωσαν. Το θέαμα ήταν λυπηρόν. Είχαν τα χέρια των εις το στόμα των και εβύζαιναν τα δάκτυλά των. Τινά δε από αυτά βυζαίνοντα εμαλάκωσαν τα δάκτυλά των, τα οποία εξεπέτσωσαν, ώστε έρεε το αίμα των και το εβύζαιναν…»

Και ο Φωτάκος, συμπληρώνοντας τις περιγραφές του για την μάστιγα που έπληξε τότε Μοριά και Ρούμελη, σε άλλο μέρος των απομνημονευμάτων του λέει (σελ. 560-561):

“…Ο δε Ιμπραήμ με τα στρατεύματα του εκυνηγούσε τους Έλληνας επάνω εις τα βουνά και εις τα δάση, αρπάζοντας τα πράγματα και τα ζώα των, αλλά και οι Έλληνες κτυπούντες τους Τούρκους, τα έπαιρναν πάλι και έφευγαν. Έφευγαν δε και τα γυναικόπαιδα επάνω εις τα βουνά και εκρύπτοντο μέσα εις τα δάση και εις τα σπήλαια. Καθ’ όλην την Πελοπόννησον τίποτε άλλο δεν ηκούετο και δεν εφαίνετο, παρά μόνον τουφεκισμοί και πυρκαϊαί. Καπνοί δε υψούντο παντού. Και καθ’ εκάστην ημέραν εγίνοντο σκοτωμοί και αιχμαλωσίαι και άλλα ανήκουστα δυστυχήματα. Ο ουρανός της Πελοποννήσου εφαίνετο οτι εχαμήλωσεν. Όλαι δε αι ειδήσεις ήσαν φόβος και απελπισία. Όστις τότε επεριπάτει εις Πελοπόννησον, τίποτε άλλο δεν έβλεπεν, ει μη πτώματα άταφα Τούρκων και Ελλήνων, πολλά ζώα ψόφια, ως και άλλα διάφορα πράγματα σκορπισμένα εδώ κι εκεί. Δυσωδία δε μεγάλη και βρώμα αφόρητος έβγαινεν από τα άταφα και σηπωμένα πτώματα των ανθρώπων και των ζώων…

Μόνον εις τους βράχους και τας κορυφάς των αγρίων τόπων και των βουνών υπήρχον πνοές ανθρώπων…Κανείς δεν δύναται να περιγράψη τα τραγικά συμβάντα, τα όποια από τόπου εις τόπον εγίνοντο. Αι γυναίκες καταδιωκόμεναι από τους Τούρκους, έπεφταν από τους απότομους βράχους και απέθνησκον, τα δε παιδία των, τα μικρά, έπνιγον αι ίδιαι εις τους ποταμούς, δια να μη φωνάζουν κλαίοντα, αλλά και τους πετεινούς ακόμα έσφαζαν δια να μη λαλούν και ακούουν οι Τούρκοι.

Εχάθησαν τα γόνιμα αυγά και οι σπόροι. Επάνω δε εις αυτούς τους τόπους το ένα τραγικώτερον του άλλου εγίνετο και ούτε ομοίαζον μεταξύ των τα γινόμενα. Όλοι οι άνθρωποι ήτον αλαφιασμένοι και κατατρομαγμένοι. Έτρεχαν άνω κάτω, εδώ κι εκεί και επλανώντο μέσα εις τα δάση και τα βαθειά ρέματα. Ετρόμαζαν δε να αναγνωρισθούν μεταξύ των, αν ήταν Τούρκοι ή Έλληνες. Τους εφαίνετο οτι όλος ο τόπος ήτο χάος και ήθελε να τους καταπιή. Όμοιος ήτο ο φόβος των ημέραν και νύκταν και καμμίαν ανάπαυσιν δεν είχαν άνθρωποι και ζώα και εκινούντο παντού και πάντοτε και που επήγαιναν δεν καταλάβαιναν και δεν εγνώριζαν…”

Αναφέραμε αυτά τα τρία συγκλονιστικά περιστατικά, που με τόση παραστατικότητα και πειθώ περιγράφει ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος, για να ειδούμε, ποια ήταν η προ της μάχη; του Διρού γενική κατάσταση της Επαναστάσεως και να βεβαιωθούμε πειστικότερα μέσα από πόσα οικογενειακά και ομαδικά οράματα και εθνικές τραγωδίες ξαναγεννήθηκε η «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη» Ελληνική Λευτεριά και για να φανή μεγαλειωδέστερη η συμβολή της Μάνης στον τιτάνιο αυτόν αγώνα ζωής ή θανάτου.

Οι βιβλικές αυτές σκηνές ήταν, όπως είδαμε, σύνηθες φαινόμενο επί τουρκοκρατίας και καθημερινό δυστύχημα των επαναστατημένων Ελλήνων κατά την επιδρομή των ορδών του Ιμπραήμ.

Η Μάνη γλίτωσε αυτή την συμφορά και ταπείνωση, χάρις εις την έντονη φιλοπατρία και το Ιερό πείσμα των κατοίκων της να ζουν ανυπότακτοι και ελεύθεροι. Και ήταν και καταφύγιο των κατατρεγμένων. Την εποχή αυτήν κορυφώνεται και το τουρκοπροσκύνημα στο Μοριά με 2.000 τουρκοπροσκυνημένους του Νενέκου στην Αχαΐα και Ηλεία. Για το τρομερό αυτό γεγονός, μας μιλά ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά, που μόλις έχει αποφυλακισθή και προσπαθεί να σώση οτι είναι μπορετό:

«…Εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνο για την Πατρίδα, όχι άλλη φορά. Ούτε εις τες αρχές της Επαναστάσεως, ούτε εις τον καιρόν του Δράμαλη όπου ήρθε με 30.000 στράτευμα εκλεκτό, ούτε ποτέ άλλοτε. Μόνον εις το προσκύνημα εφοβήθηκα. Η Ρούμελη ήτον όλη προσκυνημένη, η Αθήνα πεσμένη, τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα διαλυμένα. Μόνον η Πελοπόννησος (μέρος – η Μάνη) ήταν μεινεμένη με τα δυο νησιά, Ύδρα και Σπέτσες…Αυτό το καλοκαίρι εχάλασα είκοσι ρίζιμα (πάκα) χαρτί εις γράμματα και διαταγάς… Είχα εξ Γραμματικούς και έγραφαν ημέραν και νύχτα και δεν επρόφθαιναν…»

Η ίδια θλιβερή κατάσταση παρετηρείτο και στη θάλασσα. Τα πλοία ήταν δεμένα στην Ύδρα και στις Σπέτσες χωρίς πληρώματα και επισκευαστικές εργασίες, με πανιά ρακένδυτα και ξάρτια σπασμένα. Και τα θρυλικά πυρπολικά ήταν παραμελημένα τελείως και άνευ πολεμικής ικανότητος. Αυτή ήταν δυστυχώς η κατάντια του Ιερού Αγώνος του Εικοσιένα, υστέρα από την αλληλοφαγωμάρα και την βαρβαρική επιδρομή της Τουρκοαιγυπτιακής λαίλαπας.

Μέσα όμως στη μεγάλη αυτή απόγνωση, τον όλεθρο και την ανείπωτη συμφορά πού πλήττει Μοριά και Ρούμελη, υπάρχει κάτι το ανεπαίσθητο και ασήμαντο, αλλά πολύ δυνατό και ελπιδοφόρο για την τύχη της Ελλάδος και την μοίρα του Γένους γενικότερα. Η θεία Πρόνοια έχει διαφυλάξει άθικτη και αλώβητη μια ακραία κόχη της Ελληνικής γης. Μια αξέψυχη σπίθα. Μια ανυπότακτη έπαλξη. Την σκληροτράχηλη και αδούλωτη Μάνη. Προς την οποία, ο Ιμπραήμ στέλνει με πολλήν αναίδειαν, χαιρέκακην έπαρση και άμετρη κομπορρημοσύνη τελεσίγραφο: Να παραδοθή αμαχητί, άλλως θα την περάση όλη από το σπαθί του και δεν θ’ αφήση «μήτε ίχνος οσπιτίου…»

Και ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης. που κρατά το ξερότειχο της Βέργας, στο ιταμό αυτό τελεσίγραφο, απαντά σαν άλλος Λεωνίδας:

«…Σε περιμένομε με όσας διαθέτεις δυνάμεις… Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομε και σε περιμένομε…»

 

ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ – Αρχηγός Σπαρτιατών

 

Πρόσκληση του Δήμου Ανατολικής Μάνης:
11423341_10206768123460540_295176125_n 11638121_10206768124340562_1755587826_n 11303578_10206768124380563_351276469_n 11425323_10206768124020554_212279639_n

About Μαρία Ριζεάκου

Διεύθυνση του Site- Δημοσιογράφος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*