Home / Αφιερώματα / Τζουζέπε Βέρντι : ο συνθέτης του Ναμπούκο και της Τραβιάτας κόπηκε από το ωδείο ως μετριότητα…

Τζουζέπε Βέρντι : ο συνθέτης του Ναμπούκο και της Τραβιάτας κόπηκε από το ωδείο ως μετριότητα…

Για πολλές γενιές, οι Βέρντι ήταν μια αγροτική οικογένεια της βορειοκεντρικής Ιταλίας, κοντά στην πόλη Μπουσέτο. Ο Τζουζέπε Βέρντι , μοναχογιός του Κάρλο Βέρντι και της Λουίτζα Ουτίνι, γεννήθηκε στις 9 ή 10 Οκτωβρίου του 1813. Ως παιδί μαγεύτηκε από τη μουσική και στα έξι του, οι δικοί του ήταν τόσο βέβαιοι για το ταλέντο του, που διέθεσαν τις οικονομίες τους για να του αγοράσουν ένα μεταχειρισμένο πληκτροφόρο μουσικό όργανο. Σύντομα ήταν ο οργανίστας της πόλης και βασικό στέλεχος του Φιλαρμονικού Συλλόγου. Το 1832, σε ηλικία 18 ετών, ήταν καιρός να διευρύνει τους ορίζοντές του κι έτσι πήγε στο Μιλάνο…

Review Overview

Summary : Ο Βέρντι παρήγε το ένα αριστούργημα μετά το άλλο. Τον Ριγκολέτο το 1851, τον Τροβατόρε τον Ιανουάριο του 1853, την Τραβιάτα τον Μάρτιο του 1853 και τη Δύναμη του Πεπρωμένου το 1862.

User Rating: 4.85 ( 1 votes)
0

Για πολλές γενιές, οι Βέρντι ήταν μια αγροτική οικογένεια της βορειοκεντρικής Ιταλίας, κοντά στην πόλη Μπουσέτο.

Ο Τζουζέπε Βέρντι , μοναχογιός του Κάρλο Βέρντι και της Λουίτζα Ουτίνι, γεννήθηκε στις 9 ή 10 Οκτωβρίου του 1813. Ως παιδί μαγεύτηκε από τη μουσική και στα έξι του, οι δικοί του ήταν τόσο βέβαιοι για το ταλέντο του, που διέθεσαν τις οικονομίες τους για να του αγοράσουν ένα μεταχειρισμένο πληκτροφόρο μουσικό όργανο.
Σύντομα ήταν ο οργανίστας της πόλης και βασικό στέλεχος του Φιλαρμονικού Συλλόγου.
Το 1832, σε ηλικία 18 ετών, ήταν καιρός να διευρύνει τους ορίζοντές του κι έτσι πήγε στο Μιλάνο κι υπέβαλε αίτηση στο Ωδείο. Είχε περάσει τα 17, που ήταν το ηλικιακό όριο, αλλά κανείς δεν το θεώρησε πρόβλημα λόγω του ταλέντου του.
Μπορεί να δέχθηκαν την αίτησή του, αλλά οι επαΐοντες, μετά από πολλές ακροάσεις, αποφάνθηκαν ότι ο νεαρός “θα κατέληγε μια μετριότητα”.
Ο Βέρντι απελπίστηκε. Πίσω στο Μπουσέτο γινόταν καβγάς για τη θέση του μουσικού διευθυντή της πόλης. Οι οπαδοί του Βέρντι τον υποστήριζαν ομαδικά, αλλά οι τοπικοί ιερείς πρότειναν έναν δικό τους υποψήφιο.
Η μικρή πόλη διχάστηκε σε τέτοιο βαθμό που έγιναν κανονικές οδομαχίες και ξυλοδαρμοί σε ταβέρνες. Ο Βέρντι αηδίασε και θέλησε να γυρίσει στο Μιλάνο, αλλά οι οπαδοί του ήταν τόσο αφοσιωμένοι που τον κρατούσαν φυλακισμένο στο ίδιο του το σπίτι.
Η αναστάτωση έληξε όταν ο Βέρντι νίκησε σε αναμέτρηση με τον αντίπαλο υποψήφιο στο πιάνο.
Η θέση “maestro di musica” πρόσφερε στον Βέρντι την οικονομική δυνατότητα να παντρευτεί την αγαπημένη του, τη Μαργκερίτα Μπαρέτσι. Ένα χρόνο αργότερα έκαναν μια κόρη και τον επόμενο χρόνο ένα γιο.
Ο Βέρντι είχε γίνει τοπική διασημότητα, αλλά οι φιλοδοξίες του ξεπερνούσαν το Μπουσέτο. Παραιτήθηκε το φθινόπωρο του 1838 και μετακόμισε με τη Μαργκερίτα στο Μιλάνο, όπου το 1839 ανέβασε την πρώτη του όπερα, το Ομπέρτο.
Δεν ήταν θρίαμβος, αλλά ούτε κι αποτυχία και οι κριτικοί πρόβλεψαν ότι ο νεαρός είχε λαμπρό μέλλον.
Μεγάλα σουξέ
Τα χρόνια αυτά σημαδεύτηκαν από την τρομερή απώλεια της οικογένειάς του. Η κόρη των Βέρντι, η Βιργινία, πέθανε λίγο πριν φύγει η οικογένεια απ’ το Μπουσέτο. Ο γιος του, Ιτσίλιο, πέθανε λίγο πριν από την πρεμιέρα του Ομπέρτο. Έπειτα, μετά από σύντομη ασθένεια, πέθανε και η αγαπημένη του σύζυγος Μαργκερίτα.
Από εκεί και πέρα τίποτε δεν πήγαινε καλά για τον συνθέτη. Η δεύτερη όπερά του, «Μια Μέρα Βασιλείας», ήταν φιάσκο και κατέβηκε αμέσως μετά την πρεμιέρα.
Ο Βέρντι έλεγε ότι δεν θα συνέθετε ξανά. Τότε ο ιμπρεσάριος Μερέλι του έδωσε ένα νέο λιμπρέτο βασισμένο στη βιβλική αφήγηση του βασιλιά της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορα.
Ο τίτλος ήταν “Ναμπούκο” στα ιταλικά. Ο Βέρντι δεν έδωσε σημασία στο κείμενο για πέντε μήνες.
Μια μέρα το έπιασε και το ξεφύλλισε. Χρόνια αργότερα, θα έγραφε: “Μια μέρα, μια φράση. Μια άλλη μέρα, μια άλλη φράση. Πότε μια νότα, πότε μια φράση. Λίγο λίγο γράφτηκε η όπερα”.
Το Ναμπούκο έκανε πρεμιέρα το 1842 στη Σκάλα του Μιλάνου. Η πρώτη βραδιά είχε τεράστια επιτυχία και οι φωνές μετά από την πρώτη πράξη ήταν τόσο δυνατές που ο Βέρντι φοβήθηκε ότι άκουγε κραυγές θυμού αντί για ενθουσιώδεις επευφημίες. Επιτέλους, η καριέρα του ήταν ασφαλής.
Τα χρόνια εκείνα τα έλεγε “χρόνια της σκλαβιάς” και δεν είχε άδικο. Κάθε προετοιμασία όπερας περιελάμβανε αντιπαραθέσεις με σολίστες, καβγάδες με διευθυντές, διενέξεις με λογοκριτές…
Όμως, ο Βέρντι παρήγε το ένα αριστούργημα μετά το άλλο.
Τον Ριγκολέτο το 1851, τον Τροβατόρε τον Ιανουάριο του 1853, την Τραβιάτα τον Μάρτιο του 1853 και τη Δύναμη του Πεπρωμένου το 1862.
Κάθε Ιταλός ήξερε τα τραγούδια του, κάθε Βενετός γονδολιέρης και Ναπολιτάνος τραγουδιστής του δρόμου, τα έλεγε και μετά από τις πρεμιέρες του, οι τοπικές ορχήστρες έπαιζαν την τελευταία του επιτυχία κάτω απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου του.
Άλλο Μιλάνο, άλλο Μπουσέτο
Ο Βέρντι συνδέθηκε με μια γυναίκα που γνώρισε στη σκηνή του Μιλάνου.
Η Τζουζεπίνα Στρεπόνι συνδύαζε εκπληκτική φωνή με απαίσια φήμη. Η ανύπαντρη σοπράνο είχε ανέβει έγκυος στη σκηνή τέσσερις φορές, αλλά τα είχε αφήσει τα παιδιά της σε ορφανοτροφείο.
Άλλο όμως να συζεί με μια διαβόητη τραγουδίστρια στο Μιλάνο κι άλλο στο Μπουσέτο.
Ο Βέρντι είχε στο Μπουσέτο μεγάλο κτήμα, με μια έπαυλη γνωστή ως Σαντ’ Αγκάτα και κάθε χρόνο επέστρεφε για να επιβλέψει τη συγκομιδή και τις κτηνοτροφικές εργασίες. Παρά τη βουκολική του χάρη όμως, το Μπουσέτο ήταν μια συντηρητική κωμόπολη και οι κάτοικοι το θεώρησαν προσβολή όταν ο Βέρντι έφερε την ερωμένη του στο αξιοσέβαστο χωριουδάκι τους.
Όταν η Τζουζεπίνα έμεινε πρώτη φορά στο Μπουσέτο το 1849, ο γαμπρός του Βέρντι τον επέκρινε αυστηρά που έφερε μια πόρνη και άγνωστοι πετούσαν πέτρες στα παράθυρα του σπιτιού.
Τελικά το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1859. Πάντως, το Μπουσέτο παρέμεινε εχθρικό κι όταν η κυρία Βέρντι έμενε στο εξοχικό τους, μόνο με τους υπηρέτες της μπορούσε να συνομιλήσει.
Βίβα Ιτάλια!
Αν και στο Μπουσέτο ελάχιστα πράγματα άλλαζαν, η υπόλοιπη Ιταλία μεταμορφωνόταν ριζικά. Όταν ο Βέρντι άρχισε την καριέρα του, η ιταλική χερσόνησος ήταν χωρισμένη σε κρατίδια και το μεγαλύτερο μέρος της Βόρειας Ιταλίας βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Αυστρίας.
Ο Βέρντι είχε τοποθετηθεί στην αντι-αυστριακή παράταξη ήδη από την πρεμιέρα του Ναμπούκο το 1842, όταν η επωδός “va, pensiero”, θρήνος των εξόριστων Εβραίων σκλάβων για την πατρίδα τους, χρησιμοποιήθηκε από την εθνικοαπελευθερωτική κίνηση ως διαμαρτυρία κατά της Αυστρίας.
Με τα χρόνια, η κίνηση υπέρ του διωγμού των ξένων και της ένωσης της χώρας, απέκτησε υπόσταση υπό την ηγεσία του βασιλιά της Σαβοΐας, Βίκτορα Εμμανουήλ.
Μετριοπαθής, που τασσόταν υπέρ μιας συνταγματικής μοναρχίας, ο Βίκτωρ Εμμανουήλ συνδέθηκε με τον Βέρντι.
Το σύνθημα “Βίβα Βέρντι” λέγεται πως είχε μια κρυφή σημασία τους πατριώτες, γιατί το ακρωνύμιο VERDI σήμαινε “Vittorio Emanuele, Re d’ Italia”: “Βίκτωρ Εμμανουήλ, Βασιλιάς της Ιταλίας”.
Μετά από πολυετείς αγώνες, η Ιταλία έγινε έθνος-κράτος το 1861. Σχεδόν αμέσως, ζητήθηκε από τον Βέρντι να βάλει υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο. Κέρδισε άνετα μια έδρα κι έμεινε για μια θητεία.
Στο υπόλοιπο της ζωής του, ο Βέρντι ήταν σεβαστός ως ο συνθέτης του “Il Risorgimento” (“Η Αναζωπύρωση”) που έφερε την ένωση της Ιταλίας.
Μια φορά συνθέτης, για πάντα συνθέτης
Ο Βέρντι έκοψε ταχύτητα, καθώς έμπαινε στην έκτη του δεκαετία κι έλεγε ότι είχε αποσυρθεί. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να γράψει την Αΐντα το 1871, τον Οθέλλο το 1877 και τον Φάλσταφ το 1893, στα 79 του.
Οι τιμές διαδέχονταν η μία την άλλη. Έγινε μέλος της Ιταλικής Γερουσίας, της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής, ονομάστηκε ιππότης του Μεγάλου Σταυρού της Ιταλίας.
Ο βασιλιάς προσφέρθηκε να τον κάνει μαρκήσιο, αλλά ο Βέρντι αρνήθηκε, λέγοντας απλώς: “Είμαι ένας χωρικός”.
Δεν ήταν όμως μόνο τιμές και βραβεία. Η ηρεμία της Τζουζεπίνα διαλύθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1870, όταν ο Βέρντι δημιούργησε δεσμό με μια σοπράνο. Το θέμα έληξε γύρω στο 1877, όταν ο Βέρντι προτίμησε να μείνει με τη γυναίκα του κι όχι με την ερωμένη του Τερέζα Σολτς.
Μετά το 1890, η Τζουζεπίνα αρρώσταινε συχνά και πέθανε τον Νοέμβριο του 1897. Ο ογδοντάρης χήρος παρέμεινε ζωηρός μέχρι το 1901, οπότε έπαθε εγκεφαλικό, ενώ έμενε σ’ ένα ξενοδοχείο στο Μιλάνο.
Το νέο της αρρώστιας του Βέρντι κυκλοφόρησε σε όλη την Ιταλία. Ο διευθυντής του ξενοδοχείο έδιωξε τους άλλους πελάτες, έστησε γραφείο Τύπου στο ισόγειο κι ενημέρωνε για τις εξελίξεις στο πεζοδρόμιο.
Η αστυνομία έδιωχνε τα οχήματα για να μην περνούν απ’ το ξενοδοχείο και κάνουν θόρυβο, ενώ το βασιλικό ζεύγος λάμβανε τηλεγραφήματα για την πορεία της υγείας του ανά ώρα.
Ο Βέρντι πέθανε στις 2:50 το πρωί της 27ης Ιανουαρίου.
Το πρωί, τα περισσότερα καταστήματα στο Μιλάνο παρέμειναν κλειστά σε ένδειξη πένθους.

 

Κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook!

One comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*