Η ώρα πέρασε,,,
Η βροχή ασταμάτητη,,,
Ξεχάστηκα, διαβάζοντας,,,
Νύχτωσε,,,
Τα δένδρα αμίλητα,,, κοιτούν προς την θάλασσα,,,
Τα πουλιά δίχως φτερούγισμα,,, άλλα στη στέγη,,, άλλα στον κήπο,,,
Ξάπλωσα και γω στην κάμαρα μου,,,
Ψιθύρησα στον άνεμο,,, τον καημό μου,,, με πόνο μανιασμένο,,, όπως τα μανιασμένα κύμματα χτυπούν την θάλασσα μου,,, στα απόκρημνα βράχια,,,
Η βροχή όλο και δυνάμωνε,,,
Το χώμα,,, αχ αυτό το χώμα,,, τη μυρωδιά,,, αχ αυτή η μυρωδιά νοτισμένου χώματος από την βροχή,,,
Κι εκείνο μου ψιθύρισε: ” Και μένα με σκάβουνε βαθιά για να καρπίσω… “,,,
Κι όσο ο ήχος της δυνάμωνε,,, εγώ νανουριζόμουν,,,
Τα βλέφαρα μου βάρυναν,,, Αποκοιμήθηκα… και τότε σαν από θαύμα…
Σε Σκέψεις




