Home / Συνεντεύξεις / Καλλιτέχνες / Η πρώτη συνέντευξη του Μιχάλη Βιολάρη μετά από 15 χρόνια- Unplugged

Η πρώτη συνέντευξη του Μιχάλη Βιολάρη μετά από 15 χρόνια- Unplugged

Τον συναντήσαμε στα Καμίνια… Σε ένα μουσικό μεζεδοπωλείο… «Το Πυροφάνι του Πειραιά», όπου είναι θαμώνας και καμιά φορά τραγουδάει κι όλας… Με τους φίλους του… Για τους φίλους του!!!

Απλός και καθημερινός, σαν να μην κουβαλάει όλη αυτή την πορεία πάνω του… Χειμαρρώδης και ειλικρινής, ούτως ή άλλως δεν έχει κάτι να κρύψει ποτέ δεν είχε…

Μας τραγούδησε… Η φωνή του η ίδια, αναύλωτη, σε ταξιδεύει σε εκείνη την εποχή του «Νέου Κύματος»

Μας μίλησε όμως… Για όλους και για όλα… Για τη ζωή του… Τις συνεργασίες του… Τις αναμνήσεις και τις σκέψεις του!!!

 

IMG_5031-1-725x520

 

 Λοιπόν κ. Βιολάρη, εμένα μου αρέσει να παίρνω τα πάντα τα πράγματα από την αρχή..
Να τα πάρεις…
 Θέλω λοιπόν να μου πείτε πως ξεκίνησε όλη αυτή η ανάμειξη σας με τη μουσική και φτάσατε να γίνεται ένας θρύλος…
Ναι, ναι.. Θρύλος ε όχι, θρύλος μην το λες τώρα. Δεν το παίρνω πάνω μου. Όλα ξεκίνησαν γύρω στο 66’-67’, όταν ένας σκηνοθέτης, ο Αντώνης Αντωνίου, με άκουσε σε ένα υπόγειο τον «Πεπίτο». Ο «Πεπίτος» ήταν ένα υπόγειο της Σούλης Παπά. Η Σούλη Παπά είχε έναν χώρο, μία μουσική σκηνή, με τον άντρα της, τον Νικολαΐδη, και τραγουδούσα εκεί. Ως αμοιβή μου έδινε μία μπριζόλα μοσχαρίσια και μία σαλάτα. Αυτή ήταν η αμοιβή και ήταν για μένα ως φοιτητής τεταρτοετής στη φιλοσοφική, για μένα ήταν μεγάλη υπόθεση να έχω μία φορά τη βδομάδα ή δύο, να έχω εξασφαλίσει κρέας, να πούμε, μαζί με σαλάτα να φάω και δεύτερο γνωριμίες απίθανες, που ήμουνα μικρός ας πούμε για τέτοιες γνωριμίες. Εκεί γνώρισα τον Κωνσταντάρα, τη Μάρω Κοντού. Εκεί γνώρισα ονόματα της κωμωδίας και του σοβαρού θεάτρου. Τον Μιράτ, τον Δημήτρη Μιράτ και πολλούς πολλούς ηθοποιούς. Μια μέρα λοιπόν, ένα βράδυ λοιπόν έρχεται εκεί ένας σκηνοθετάκος , ωραίος, χαριτωμένος, ο οποίος ήτανε κύπριος αλλά γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια. Και μου λέει «εσύ δεν κάνεις για εδώ» μου λέει.. «Κάνεις και για εδώ αλλά κάνεις για την Πλάκα καλύτερα» μου λέει… Γιατί; Του λέω. Μου λέει «Είναι η φάτσα σου έτσι, τα γυαλιά σου, το ύφος σου» κάπως έτσι… και μου λέει να πάμε ένα βράδυ στην Πλάκα. Πάμε ένα βράδυ στην Πλάκα και γυρίζουμε κάνα- δύο- τρεις μπουάτ και καταλήγουμε στην μπουάτ «Παράγκα». Η μπουάτ «Παράγκα» ήταν ήδη, ένα – δύο, ενάμιση χρόνο δούλευε με την Καίτη Χωματά. Εκεί τραγούδησα ένα τραγούδι, μου είπαν «πες άλλο ένα» να πούμε, είχε και κόσμο, είχα και τρακ εγώ, φοβερό. Αφού είπα δύο τραγούδια, μου λένε «θέλεις να έρχεσαι μία φορά την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα να τραγουδάς και θα σου δίνουμε 100 δραχμές».
Καλό πόσο για την εποχή…
Πολύ καλό ποσό, μιλάμε μη συζητάς. Λοιπόν και κάθε Δευτέρα. Μετά άρεσε αυτό που έκανα, μου δώσανε δύο φορές τη βδομάδα και μετά μου δώσαν έξι. Οπότε άρχισα να γίνομαι πλούσιο, που λέει ο λόγος. Αυτό ήταν το ξεκίνημα μου…
Είχατε καταβολές από την οικογένεια σας όσον αφορά τη μουσική;
Πρέπει να σου πω, ότι στο χωριό μου, από την Κύπρο που είμαι, είχαμε ένα μοναδικό ραδιόφωνο στο καφενείο. Η μουσική μου παιδεία, δηλαδή, ήταν ένα ραδιόφωνο στο καφενείο και μία μπαταρία, τεράστια, ενός φορτηγού, η οποία έδινε ρεύμα στο ραδιόφωνο. Όπως ήμουνα εκεί μικρός, να πούμε, με τράβαγε ας πούμε η μουσική που άκουγα του ραδιοφώνου, του μοναδικού ραδιοφώνου. Πάω λοιπόν εκεί, ακούω ένα τραγούδι κι έρχομαι σπίτι και λέω το τραγούδι. Οι δικοί μου άρχισαν να λένε ότι το παιδί μας έχει ταλέντο. Κι ο πατέρας μου ήταν μουσικός έπαιζε βιολί…
 Εξού και το Βιολάρης; Είναι παρατσούκλι; Είναι το καλλιτεχνικό σας;
Όχι, είναι το κανονικό μας όνομα… Αλλά τι έγινε, στα χωριά, όταν λες ας πούμε Ανδρέας, ποιος Ανδρέας; Ο Βιολάρης! Και του έμεινε το Βιολάρης. Όταν εγώ πήγα να πάρω στα 19 μου χρόνια, διαβατήριο για να έρθω στην Ελλάδα, πήγα να πάρω ταυτότητα εκεί ας πούμε… Πώς λέγεσαι; Μιχαλάκης Ανδρέου, Μιχάλης Ανδρέου. Ποιανού Ανδρέα; Έπρεπε να πεις ποιανού Ανδρέα, του Βιολάρη… κι έτσι πήρα το επίθετο του πατέρα μου. Το οποίον όμως ξεκίνησε σαν επάγγελμα.
Προσωνύμιο ας πούμε…
Ναι, επομένως είδαν οι δικοί μου ότι κάτι έκανα για τη μουσική και λοιπά, οπότε άρχισαν να σκέφτονται να πάμε σε μια πόλη για να σπουδάσω. Και πήγαμε στην Λάρνακα. Ήμουνα 7-8 χρονών, και πήγαμε και γράφτηκα στο Εθνικό Ωδείο Λάρνακας, το οποίον το έκανα μέχρι την έκτη γυμνασίου, που τελειώσαμε το σχολείο. Κι αφού ήρθα στην Αθήνα, έκανα εγγραφή στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών με τον Μανώλη Καλογρίδη και συνέχισα τις σπουδές μου και εδώ. Αυτά γύρω από τη μουσική..
Η πρώτη σας μεγάλη επιτυχία;
Μόλις γνωρίζω τον Γιάννη Σπανό, στην Πλάκα, με βάζει, μου κάνει την τιμή, είχα μεγάλη τύχη σε αυτό, με έβαλε στο στούντιο και γράψαμε το «Άσπρα καράβια, τα όνειρα μας»… Αν τα ξέρεις…
Βεβαίως…1614139_607812725957854_1219429687_o
Μπράβο! «Άσπρα καράβια, τα όνειρα μας» λοιπόν. Μπήκα μαζί με την Καίτη Χωματά, τον Ζωγράφο, την Αστεριάδη και είπαμε τα «Άσπρα καράβια». Τέλος πάντων, άρεσε και μου είπε να κάνουμε έναν δίσκο μαζί και μου δίνει «ήρθες εψές στον ύπνο μου», πρώτη εκτέλεση, «τρεις νέοι, τρεις φίλοι, τρία παιδιά», «μην κλαις για μένανε» και λοιπά. Και άρχισα να δισκογραφώ, από μεγάλη τύχη, όπου γνώρισα ας πούμε, ήρθε στην μπουάτ, ήταν συνεργάτης της Χωματά, ο Σπανός και άρχισε να μου δίνει τραγούδι…
Μ: Τα τραγούδια όμως που μου είπατε από τον πρώτο σας δίσκο είναι όλα γνωστά…
Β: Είναι του Σπανού, αυτά τα τραγούδια. Κι άρχισα σιγά σιγά να μπαίνω στο καλό ελληνικό τραγούδι και να εξελίσσομαι. Αυτό έγινε! Μετά ήρθαν κι άλλοι συνθέτες όπως ο Κριμιζάκης, με το «είναι νωρίς για δάκρυα Στέλλα». Ήρθε μετά η επιτυχία «τι Λοζάνη, τι Κοζάνη» του Γιάννη Κακουλίδη, έγινε και επιθεώρηση στο Ρεξ, στο θέατρο Ρεξ Κοτοπούλη. Μετά ήρθε η συνεργασία μου με το Λίνο Κόκοτο, με τραγούδια «τούτο το πρωί» και λοιπά.. και η συνεργασία μου με τον Πλέσσα. Με τον Πλέσσα ένα σημαντικό τραγούδι για μένα είναι το «Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ». Το «Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ» είναι σπουδαίο, μία σπουδαία συγκυρία, γιατί στο έργο αυτό, στο οποίο απαγχονιζότανε, στο νησί της Αφροδίτης δηλαδή, το οποίο αναφέρεται στην Κύπρο, κρατούσαν οι κύπριοι αιχμάλωτο τον γιο της πρέσβειρας της Αγγλίας. Γιατί τον κρατούσαν; Τον κρατούσαν, στο χωριό όμηρο, ούτως ώστε να ζητήσουν χάρη από τη βασίλισσα της Αγγλίας, για το παιδί τους που πήγαινε να απαγχονιστεί, ήταν αγωνιστής. Λοιπόν και όταν η βασίλισσα της Αγγλίας δεν έδωσε άδεια, να πούμε, να του χαρίσουν την ποινή και να τον βάλουν ισόβια, να πούμε, δεν του την χαρίσανε. Εκεί περίμενες ότι αφού τον είχαν τον γιο της Εγγλέζας, να πούμε, θα τον σκοτώνανε. Και όμως εκεί φάνηκε η μεγαλοπρέπεια του Έλληνα και του Κύπριου, γιατί είναι το ίδιο πράγμα Κύπριος και Έλληνας. Φάνηκε η μεγαλοπρέπεια της μάνας, η οποία του λέει « άκου να δεις.. και να σε σκοτώσω ρε» του λέει, «δε θα φέρω πίσω το γιο μου» του λέει και του έδωσε χάρη του αιχμαλώτου. «Φύγε ρε» του λέει, «πήγαινε στη μάνα σου» του λέει, «αλλά να τους πεις, ότι εγώ έδωσα τον γιο μου να θυσιαστεί, αλλά εσείς δεν δώσατε χάρη στον γιο μου και να τον βάλετε ισόβια» και λοιπά… Εκεί λοιπόν, ακούγεται ένα τραγούδι συνταρακτικό, του Πλέσσα «αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ, να σ’ απολησμονήσω» λέει η μάνα στο παιδί της «να μην έβρω νερό να πιώ, μη ρούχο να φορήσω»… Ένα συνταρακτικό τραγούδι! Γι’ αυτό και για μένα σηματοδότησε την μετέπειτα πορεία μου, το τραγούδι αυτό…
Συγκινητική στιγμή…
Ναι, ναι… Αυτό ήταν μεγάλη στιγμή, αυτό και χωρίς να φαίνομαι καθόλου, άκουγαν την φωνή μου, ας πούμε και λοιπά, κι όμως σημάδεψε την πορεία μου
Θέλω να μου πείτε κι άλλες τέτοιες δυνατές σας εμπειρίες…
Εμπειρία για μένανε, ήταν η γνωριμία μου με τον Μάνο Χατζηδάκη. Όπου, 23-24 χρονών, κατεβαίνω από την εταιρία Λίρα Κριεζότου και ανεβαίνει ο Χατζηδάκης, ο οποίος πρέπει να ήταν τότε, ξέρω γω, 45-50 ετών, ήτανε μια κορυφή, και μόνο που τον έβλεπες, πάθαινες ένα τρακ γιατί ήτανε μια κορυφή. Λοιπόν και μου λέει «κύριε Βιολάρη», με αποκάλεσε κύριο, το «ρ» δεν το έλεγε και με αποκάλεσε κύριο. Λέω πλάκα μου κάνει… Που με ξέρει; Τι γίνεται ας πούμε; Μου λέει «έχετε ωραία φωνή να έρθετε να σας ακούσω» εκεί κοντά που έμενε, στην οδό Ρηγίλλης, στο σπίτι του. Και πάω εγώ τρέμοντας στον Μπατσιφά και του λέω «Μου ’πε ο κ. Χατζηδάκης, να πάω σπίτι του να μ ‘ακούσει», με χαρά και τα λοιπά, ας πούμε. Οπωσδήποτε, ήταν η γνωριμία μου με τον Μάνο Χατζηδάκη, παρόλο που δεν είχα την τύχη να ερμηνεύσω τραγούδι, γιατί μετά ήρθε, με το που ξεκινάω να τραγουδάω, έρχεται η δικτατορία. 67’, 68’, 69’, 70’, 71’, 72’, 73’. Εφτά χρόνια, έρχεται η δικτατορία, με αποτέλεσμα να υπάρξει μία αναμπουμπούλα στην τέχνη, στο θέατρο… Γιατί υπήρχε αναμπουμπούλα; Γιατί τους στίχους έπρεπε να τους λογοκρίνουν αυτοί που ήρθανε στην εξουσία και τέλος πάντων τα πολιτιστικά πήγαν πίσω και λοιπά… Και ο Χατζηδάκης έφυγε για επτά χρόνια μόνος του και πήγε στη Νέα Υόρκη. Αυτοεξορίστηκε δηλαδή, μη δεχόμενος την παρουσία της Χούντας. Κι έτσι για μένα ήταν μία… Γιατί αν έμενε, ας πούμε, αφού μου είπε έλα από το σπίτι να σε ακούσω, να δούμε, να πούμε κάνα τραγούδι. Νομίζω ότι αν δεν ήταν η δικτατορία, θα είχα πει κάνα δίσκο του Χατζηδάκη. Όταν ήρθε μετά από επτά χρόνια, τέλος πάντων αλλάξανε τα πράγματα. Χαθήκαμε, τέλος πάντων, όπως χανόμαστε και ξαναβρισκόμαστε. Αυτό ήτανε μία ωραία εμπειρία για τη ζωή μου. Και επίσης, μεγάλη εμπειρία, που δεν την είπαμε, ήτανε η γνωριμία μου με τον Οδυσσέα Ελύτη. Όπου το 71’ , ξεκίνησε η προεργασία για να κάνουμε μία σειρά ποιημάτων του Ελύτη, τα οποία λέγονταν τα «Τα Ρω του Έρωτα», στον δίσκο ονομάζονται «Το Δελφινοκόριτσο», στο δίσκο αυτό, το βινίλιο…
Συγκλονιστικός δίσκος «το Δελφινοκόριτσο»…
Το ξέρεις, το ξέρεις ε; Μπράβο! Και η Ρένα η Κουμιώτη και εγώ, ξεκινήσαμε να μαθαίνουμε τα τραγούδια . Μετά έπρεπε να μας ακούσει ο Ελύτης για να μας εγκρίνει ή να μη μας εγκρίνει. Εκεί λοιπόν πάλι ήταν μια φοβερή εμπειρία με μεγάλο τρακ. Γιατί στο πανεπιστήμιο, ναι μεν διδασκόμεθα περί Ελύτη και διαφόρων άλλων μεγάλων ποιητών τελικά. Αλλά για τον Ελύτη που ήταν δίπλα μας, ας πούμε, και μετά από μερικά χρόνια πήρε Νόμπελ, μετά τον Σεφέρη. Λοιπόν, ήταν ένα απροσπέλαστο τοίχος, να πούμε, και λοιπά, και λέμε τώρα θα πούμε τραγούδια του Ελύτη; Ναι, λέει, θα έρθει λέει να σας ακούσει. Κλείνουμε, λοιπόν, μία μέρα 11:00 η ώρα ραντεβού, στον δεύτερο όροφο της Κριεζότου και ανεβαίνοντας απάνω λέω και άμα χάσω το τραγούδι και δεν ξέρω τα λόγια; Δεν παίρνω τον στίχο λέω να τον βάλω εκεί πέρα να το βλέπω… Γιατί δεν…
Λόγο τρακ…
Ε βέβαια! Παίρνω και τον στίχο και λοιπά, να πούμε, και μετά στεγνώνει το στόμα μου πάλι, να πούμε, τι να πεις; Τράκ και τέτοια. Οπωσδήποτε! Ανεβαίνοντας, σηκώνεται αυτός, κάπνιζε ένα φίλτρο, ένα άφιλτρο τσιγάρο και δίπλα του ήταν μία κοπέλα, την οποία περνούσε 20-30 χρόνια. Δεν θυμάμαι το όνομα της. Δεν το θυμάμαι… Λοιπόν και μου έκανε εντύπωση που συνόδευε μια νέα κοπέλα, που ήταν η κοπέλα του δηλαδή, και μου έκανε εντύπωση γιατί σε μένα όταν ήμουνα 23-24, φάνταζε ο Ελύτης, εφαπνταζε ο πενηντάρης πολύ μεγάλος, να έχει μία κοπέλα στην ηλικία μας. Και σηκώνεται πάνω και μου λέει και αυτός. “Συγνώμη κ. Βιολάρη” λέει, “δεν σας κάλεσα εγώ” μου λέει, “ο Πατσιφάς ήθελε” λεει, “εγώ σας ξέρω”. Λέω άλλη πλάκα γίνεται εδώ, άλλη πλάκα μου κάνουνε εδω… Πρώτος ήταν ο Χατζηδάκης και μετά ο Ελύτης. Πλάκα μου κάνουνε “κ. Βιολάρη” και “κ. Βιολάρη”, τι γίνεται εδω; Λοιπόν λεει “εγώ σας ξέρω κ. Βιολάρη”. Που με ξέρει να πούμε; Προχθές ξεκίνησα, να πούμε και λοιπά… Τι έκανε; Επειδή ήταν ψείρας… Επειδή ήτανε ψείρας, ο άνθρωπος, μέχρι και την τελεία, τα σημεία στίξεως στα ποιήματα του, τα κόμματα, όλα τα πάντα, πρέπει να περάσουν αυστηρά από τα χέρια του. Δεν δέχεται, πρέπει να πάρει το βιβλίο όταν τυπώνετε, να το πάρει να το δει 10 φορες και μετά να πει το “OK”. Λοιπόν, πήγε πήρε ότι έκανα εγώ, ότι έγραψα, πήγε το άκουσε με προσοχή και λοιπά και αποφάσισε μόνος, ότι αυτόν τον άνθρωπο τον θέλω, αξίζει να πει τα τραγούδια. “Και εγώ σας ξέρω” μου λέει. Λεω που με ξέρει; Λέω τώρα… Και οπωσδήποτε ξεκινήσαμε μια συνεργασία για έξι μήνες. Και εκεί ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία που γνώρισα τον μεγάλο ποιητή στο στούντιο. Ο οποίος, κάθε φορά που τραγουδούσαμε ερχόταν στο στούντιο και κάπνιζε το και λοιπά. Έβλεπε ότι είχαμε τρακ… Γιατί την εποχή εκείνη για να γράψεις ένα δίσκο, έπρεπε να ήσουν ο τραγουδιστής. Γιατί; Διότι υπήρχαν δύο κανάλια… Το ξέρεις αυτό; Το έχεις ακούσει;
Όχι…
Να στο πω;
Φυσικά!10855138_10202431899877740_7488899478417401391_o
Ναι! Λοιπόν, τότε υπήρχε μία ταινία και χωρίζονταν σε δύο τμήματα, το ένα τμήμα για την πρώτη φωνή και την ορχήστρα μαζί και αν ήθελες να βάλεις δεύτερη φωνή έμπαινε η δεύτερη ταινία. Όμως για να τραγουδάς με μία ορχήστρα να ονόματα όπως ο Φάμπας, κιθαρίστας, τα μπουζούκια τα μεγάλα, ας πούμε, ο Παπαδόπουλος και ο Καρνέζης, κιθαρίστες ολικής, ας πούμε. Ήταν οι άνθρωποι σεβαστοί, και είχαν και άλλες δουλειές, ας πούμε, οπότε για να πεις ένα τραγούδι έπρεπε να είσαι τραγουδιστής. Δεν είναι όπως τώρα, ας πούμε, που πας στο στούντιο και το λες 10 φορές και λοιπά, και το πέρνουνε από δω και από κει και γράφουνε. Τότε έπρεπε να το πεις κι άμα δεν το έλεγες καλά, έβλεπες τους μουσικούς “μα πάλι θα το γράψουμε; Μάθε το καλά! Πήγαινε μάθε το καλά”. Ήταν κορυφές αυτοί. Λοιπόν, έπρεπε να είσαι προετοιμασμένος και το βασικότερο απ’όλα να είσαι τραγουδιστής. Λοιπόν, έβλεπε ο Ελύτης εκεί, αυτά τα πράγματα. Έβλεπε το τρακ μας, έβλεπε όλη αυτή την ιστορία και του λέει του διευθυντή “πάμε κ. Πατσιφά, να αφήσουμε το Μιχάλη να το πει το τραγούδι όπως θέλει αυτός”. Ήτανε ωραία αυτά τα πράγματα, ήτανε ωραία η προσέγγιση αυτή και αυτοί οι μεγάλοι δηλαδή… Απομυθοποιήσαμε, αυτούς τους μεγάλους και γίναμε… Δηλαδή δεν το περίμενα εγώ, στη ζωή μου ότι θα γνώριζα αυτούς τους μεγάλους… Και καπάκι, μετά από κανα δύο χρόνια, σε μία έκθεση γνώρισα τον Ρίτσο. Ήτανε το απωθημένο μου να γνωρίζω αυτούς τους ανθρώπους, αλλά δεν ήταν και εύκολο… Έπρεπε να έρθουν οι συγκυρίες και ήρθαν οι συγκυρίες. Και ήρθαν οι συγκυρίες και γνώρισα όλους αυτούς τους μύθους του πνεύματος και της τέχνης και είμαι πολύ ευτυχής που τους γνώρισαν…
Ο Ελύτης, αφού τον ζήσατε έξι μήνες… Πως ήταν σαν άνθρωπος;
Κοίταξε, ήταν η απόσταση μας ηλικιακά ήταν μεγάλη, αλλά μπορούσα εγώ να καταλάβω ότι είχε ιδιομορφίες. Τις οποίες, όταν ρώταγα εγώ τον Πατσιφά, με τον οποίο ήταν φίλοι, τον διευθυντή της εταιρείας, μου έλεγε και αυτός διάφορα πράγματα ιδιαιτερότητες του Ελύτη. Όπως, παραδείγματος χάριν, όταν περπατούσε στο δρόμο, ο Πατσιφάς μου το διηγήθηκε αυτό, το ένα του πόδι πατούσε εδώ και δεν ήθελε να πατήσει την γραμμή. Τρελά πράγματα…
Ιδιοψυχαναγκασμός;
Ένα τέτοιο, έτσι.. Για να βάλει το δεύτερο πόδι, έπρεπε να δει ότι οι πλάκες που έχουμε στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, να μην πατήσει εκεί που ενώνονται. Και μου έκανε εντύπωση! Λέω καλά αυτός ο άνθρωπος, τέρας μορφώσεως, μεγάλος ποιητής, να πούμε, νομπελίστας και αυτά έχει τέτοια απωθημένα; “Έχει και άλλα” μου λέει τελικά… Του λέω τι; Σάν τι του λέω… Λέει “αυτός πιστεύει στο εφτά το εφτά. Το εφτά είναι το νούμερο του. Γι’ αυτό και μέσα στην ποίηση του γενικά τα εφτά είναι ένας ιερός αριθμός για τον Ελύτη. Το εφτά. Θα το δεις πάρα πολλές φορές σε προτάσεις μέσα το εφτά”. Είναι αυτές οι ιδιαιτερότητες… Που βέβαια, αυτό το να πατάει κάτω και να μην πατάει τις γραμμές ούτε καν το κατάλαβα. Μέχρι τώρα δεν έχω καταλάβει για ποιο λόγο δεν πατάμε τη γραμμή και δεν το έχει αναφέρει ποτέ. Ποτέ αυτό το πράγμα ηπ τελοσπάντων δεν το βρήκα εγώ ότι το ενέφαιρε. Αλλά έλεγα… Κοίταξε και αυτοί οι μεγάλοι άνθρωποι, λέω τότε μικρός εγώ, έχουνε τα τρωτά τους σημεία. Έχουνε, ας πούμε, τις ιδιαιτερότητες τους, που τους παιδεύουνε… Ή αν θέλεις προσπαθούν να τα ξεπεράσουν ή ξέρω γω… Δεν ξέρω μπορεί να μην τα ξεπεράσανε αυτά.. Ή θελαν να είναι μαζί με αυτά. Επίσης, αναφέρει πολλές φορές το Σύριο, αναφέρει ας πούμε εξωγήινα πράγματα. Αναφέρει διάφορους γαλαξίες και λοιπά, ας πούμε και λοιπά. Όλα αυτά τα πράγματα συνέθεταν έναν περίεργο άνθρωπο αλλά από την άλλη μεριά, έναν πολύ καλοβαλμένο επιστήμονα, απλό άνθρωπο. Δηλαδή, ρε παιδί μου λες, αυτός όντως με τις τέτοιες γνώσεις και τέτοια ποίηση που γράφει, να μου λέει εμένα “κ. Βιολάρη” να πούμε. Μα τι γίνεται ρε παιδιά; Μήπως μου κάνει πλάκα; Λέω, κ. Πατσιφά, με είπε κ. Βιολάρη. “Α!” λέει “ο Ελύτης έτσι είναι” λέει, “οι αρχές του είναι αυτές! Είναι δυνατόν; Αυτός και ο Χατζηδάκης έχουνε αρχές” μου λέει και μπήκα μέσα. Δηλαδή απομυθοποίησα μέσα μου, τεράστιους ανθρώπους. Ενώ στο πανεπιστήμιο, οι καθηγητές μας ήταν απλησίαστη, άρα ήταν δήθεν, αυτοί ήταν αληθινοί.Αυτοί ήταν αληθινοί και κατάλαβα εγώ ότι είχανε δύναμη και νιώθανε ότι πατούσαν γερά στα πόδια τους και αν άξιζες σου δίνανε μία στην πλάτη “πέρασε παιδί μου, πήγαινε. Είσαι άξιος να κάνεις κάτι!”. Με κάλεσε ο Χατζηδάκης σπίτι του 23 χρονών, άσχετα αν δεν πήγαμε, μετά ήρθε η δικτατορία και λοιπά, όμως με καλέσε. Γιατί; Γιατί είχε δύναμη, πίστευε στον εαυτό του, με αποκάλεσε κύριο, με τοποθέτησε και αισθάνθηκα πολύ δυνατός εγώ. Λέω αν δεν είναι πλάκα, αν δεν είναι πλάκα, αισθάνομαι πολύ ωραία και αυτοί οι άνθρωποι νομίζω, ότι αν έχω ένα ήθος μέχρι σήμερα, το πήρα από αυτούς τους ανθρώπους και όχι από τους καθηγητές πανεπιστημίου. Γιατί οι καθηγητές του Πανεπιστημίου θέλανε να είναι απόμακρη από μας. Παραδίδαν την παράδοση τους, το μαθήματος και μετά εξαφανίζονταν, φεύγανε. Δεν ήταν όπως στην Αμερική που πήγα ή στην Αυστραλία, που μιλούσες με τον καθηγητή. Μιλούσες, πήγαινες να σου εξηγήσει κάτι. Οι έλληνες καθηγητές είχαν κόμπλεξ, μεγάλο. Ενώ αυτοί που γνώρισα, ο Ρίτσος ας πούμε με το που με γνωρίζει μου κάνει καλαμπούρι. Μου λέει, να πούμε “είστε ο ιος Βιολάρη; Είστε ο ιός του γνωστού τραγουδιστή;”. Όλα όλα, οι συγκυρίες όλες με αυτούς τους μεγάλους γίνανε έτσι με αυτόν τον τρόπο… Λέω, συγνώμη αλλά είμαι ο ίδιος ο τραγουδιστής! “Μα εσύ παιδί μου, είσαι νεότατός” μου λέει. Λέω κάνετε καλαμπούρι τώρα; “Όχι, όχι παιδί μου, είσαι νεότατός” λέει. Αυτά γίνανε. Αυτές οι γνωριμίες ήταν για μένα, η βάση που είχα για να συνεχίσω την υπόλοιπη μου ζωή και μέχρι σήμερα να ακολουθούν αυτά τα πράγματα που γνώρισα…
Για πείτε μου, ποιο ήταν το αποκορύφωμα, το μεγάλο πικ της καριέρας σας;
Το αποκορύφωμα δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει αποκορύφωμά, διότι δεν υπάρχει τέλος, ας πούμε, όταν ασχοληθείς με τη μουσική δεν υπάρχει τέλος. Είναι συνέχεια, είναι μία συνέχεια! Δεν υπάρχει αποκορύφωμά. Εκτός του ότι, ορισμένοι από εμάς, που είμαστε μία ομάδα 5-6 ανθρώπων, δεν είχαμε καμία σχέση με τα μπουζούκια. Εμείς είμαστε σε μικρούς χώρους, ήταν οι μπουάτ, μικροί χώροι και λοιπά. Και σ’ αυτούς τους χώρους σύχναζε ο Μάνος ο Λοΐζος, ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκης… Α! Ξέχασα να πω ότι γνώρισα και τον Θεοδωράκη από πολύ κοντά, πήγα και σπίτι του και τραγούδησα και με άκουσε. Κι αυτή ήταν πάλι μία πολύ καλή εμπειρία, αλλά ας μη μακρηγορούμε, πολύ καλή εμπειρία. Λοιπόν, η ιδιαιτερότητα που είχαμε εμείς έναντι των άλλων λαϊκών τραγουδιστών είναι ότι ό,τι κάναμε εμείς, είναι αυτό που γουστάραμε. Ενώ ο τραγουδιστής ο άλλος ο οποίος ήτανε στα μαγαζιά, έπρεπε να κάνει ό,τι του έλεγε η εταιρεία. Αυτό, εκείνο, εκείνο, θα ντυθείς έτσι, θα κυκλοφορήσεις με αυτή τη γυναίκα, με την οποία τις πιο πολλές φορές δεν είχαμε καμία σχέση, και την βάζανε δίπλα και εγώ δεν τα ήθελα αυτά! Ήθελα να κάνω μόνος μου, αυτό που ήθελα

Τόσο αυστηρές οι εταιρίες;
Και μέχρι τώρα ας πούμε! Τώρα βέβαια, δεν πολύ υπάρχουν, υπάρχουν μόνο για κανα δύο τραγουδιστές, όπου βάζουνε σε μία κοπέλα που θέλει να ανεβάσουν τηλεοπτικά. Της βάζουν ένα αγόρι δίπλα ότι δήθεν είναι το αγόρι της και δεν έχει καμία σχέση. Κάνουν τέτοια πράγματα. Κάνουν ψέματα. Καλούν δημοσιογράφος την ώρα που πάνε να φάνε, ας πούμε, και λέει σε ένα φίλο μου φωτορεπόρτερ. Λέει “Βαγγέλη, θα είμαι στα 4 αδέρφια. Ε, πέρασε μωρέ από εκεί να τσιμπήσουμε λίγο και να με βγάλεις και μερικές φωτογραφίες”. Εξού,και αυτές οι κοπέλες που το κάνουν αυτό, ενώ είναι θάλασσα δίπλα, είναι όλο βαμμένες, είναι χτενισμένες στην πένα και όλα αυτά, άρα καταλαβαίνεις ότι είναι σκηνοθετημένα όλα αυτά. Αν πάρεις ένα περιοδικό, φαίνονται όλα αυτά τα σκηνοθετημένα. Εμείς δεν το κάναμε ποτέ αυτό. Το λέω αυτό, οχι οτι με πειράζει, δεν με πειράζει που το κάνουνε, το κάνουμε γιατί θέλουνε να προβάλουν τη δουλειά τους, να προβάλουν τη ζωή τους και λοιπά. Εμείς, η δικιά μας ομάδα δεν τα έκανε ποτέ αυτά. Έκανε αυτό που ήθελε μόνο!
 Και ποια ήταν αυτή η ομάδα;1977051_4842063667557_8182706376664421386_n
Η ομάδα αυτή ήταν Καίτη Χωματά, Ρένα Κουμιώτη, Πόπη Αστεριάδη, Μιχάλης Βιολάρης, Γιώργος Ζωγράφος, Λάκης Παππάς, λίγο μικρότεροι από μένα αδελφοί Τζαβάρα, Νίκος και Γιώργος Τζαβάρας παίζουν κιθάρα και τραγουδά. Αυτή η ομάδα δεν είχαμε καμία σχέση να πάρουμε έναν δημοσιογράφο να του πούμε, έλα μωρε, να γράψεις για μένα και λοιπά. Όπως τώρα ήρθες εσυ, και σ’ ευχαριστώ που ήρθες, ήρθες μόνη σου και μου είπες θέλεις να κάνουμε μία συνέντευξη στο site το δικό μας; Ναι! Έτσι γινόταν πάντα. Δηλαδή δεν σκηνοθέτησα ποτέ τίποτα, να πάρω μία γυναίκα και να του πω του δημοσιογράφου. Εμένα μου άρεσαν οι γυναίκες να είναι οι δικές μου, να είμαστε δηλαδή πριβέ, πριβέ να είμαστε και να μην το ξέρει κανένας. Γι’αυτό μόνο οι στενοί μου φίλοι και φίλες γνωρίζουν ποιες ήταν οι γυναίκες της ζωής μου όλα αυτά τα χρόνια. Δημοσιογράφοι και τέτοια και λοιπά δεν…
Αποφεύγατε δηλαδή τα φώτα της δημοσιότητας;
Δεν τα απέφευγα, απλά ήθελα την αλήθεια!
Δεν τα επιδιώκατέ…
Δε τα επιδίωκα! Ναι! Δηλαδή αν έρχονταν κάποιος την ώρα που ήμασταν με μία φίλη μου,κοπέλα μου, ας πούμε σε ένα τραπέζι, δεν διανοήθηκα ποτέ να του πω μη βγάλεις φωτογραφία, όπως κάνουν πολλοί. Ενώ ο κόσμος αγοράζει τα cd τους, ο κόσμος τους καταξιώνει, μόλις πάει να βγάλει κανείς μία φωτογραφία… Όχι! Γιατί; Τι σημαίνει δηλαδή; Αφού κάνεις αμάν αμάν να γίνεις γνωστός και λοιπά, ωραία! Έρχεται ο άλλος και σε φωτογραφίζει. Φωνάζει η άλλη, μη με βγάλετε φωτογραφίες να πούμε και λοιπά και πάνε να παντρευτούνε και φέρνουνε τρακόσιους, να πούμε, φυλακές μην μπει κανένας μέσα. Κάτι παράλογα πράγματα! Λοιπόν, να έρθει να βγάλει, αλλά δεν τον κάλεσα ποτέ εγώ, να του πω έλα για να μη δείξεις… Δεν το έκανα ποτέ! Κι όμως πέρασα ωραία, μπορεί να μην κάναμε πάρα πολλά χρήματα, αλλά ζήσαμε πάρα πολύ αξιοπρεπώς. Γύρισα τον κόσμο, όλο όλο τον κόσμο πέντε φορές. Η ζωή μου ήτανε σαν να έχω ζήσει δύο φορές ζωή, δυόμιση τρεις ζωές και είμαι πάρα πολύ ευτυχής, που μου έτυχαν αυτά τα πράγματα. Ενώ αν δεν ήμουνα τραγουδιστής, δεν θα μου τυχαίνανε. Αν ήμουνα φιλόλογός, γιατί εγώ ήρθα να γίνω φιλόλογος και να πάω πίσω να διδάξω στην Κύπρο. Και θα έπαιρνα πολλά χρήματα, στην Κύπρο, ο φιλόλογος τώρα παίρνει σύνταξη τρία χιλιάρικα το μήνα και η αμοιβή του ήτανε τρία χιλιάρικα. Οπότε, θα πήγαινα Κύπρο και θα ζούσα πολύ καλά ως φιλόλογος. Αλλά δεν μου άρεσε. Δεν με εκπροσωπούσε αυτό.
208697_1013960968226_8281168_nΈχετε εμφανίστηκε σε κινηματογραφικές παραγωγές όμως…
Ναι, εντάξει! Έχω εμφανιστεί σε 18 ταινίες, αλλά θα πρέπει να πούμε ότι εγώ δεν σπούδασα την τέχνη του θεάτρου. Ενώ μου άρεσει, μου άρεσε, ας πούμε, δεν μπορούσα να πάω και σε θέατρο διότι έπρεπε να βγάλω τη φιλοσοφική και να μην χάσω έτος. Διότι είχα μία υποτροφία, αλλά αν έχανε το έτος, θα έχανα 2000 δρχ το μήνα. Οπότε, διάβαζα για να περνάω το έτος και δεν μπορούσα να σπουδάσω σε μία σχολή. Δεν γινότανε, ήτανε πολλά πράγματα. Πάμε λοιπόν, να πούμε ένα τραγούδι σε μία ταινία, γιατί τότε, δεν υπήρχαν τα βιντεοκλίπ δεν υπήρχε η τηλεόραση. Οπότε ο κινηματογραφιστής, ήθελε να βάλει και έναν τραγουδιστή -δύο, για να φέρουνε εισιτήρια. Να πάει στην Αμερική, η ασπρόμαυρη ταινία και να φέρει εισιτήρια. Άρα έχει τον πρωταγωνιστή, την πρωταγωνίστρια, τους συμπρωταγωνιστές, και σου λεει δεν βάζουμε και ένα όνομα να πει δύο τραγούδια να φέρει κόσμο; Στο ταμείο, στο ταμείο να φέρει εισιτήρια… Οπότε εκεί που λέγαμε το τραγούδι μου λέει “έχω αυτό το ρόλο” μου λεει, “δε λες και δυο λόγια;” μου λέει. Ρε παιδί μου, του λέω,δεν είμαι ηθοποιός. Μου λέει “εδώ είναι σινεμά. Εδώ είναι κανε αυτό, κανε έκεινο” και έλεγα και δυο λόγια. Μετά πάμε “σκιές στην άμμο” το 69′, ενα σενάριο Ιάκωβος Καμπανέλλης, σημαντικό σενάριο, σε σκηνοθεσία Μαυρομάτη, ηθοποιοί, να πούμε,παίζανε κάποιοι ωραίοι ηθοποιοί και λοιπά. Και είμαστε ενάμιση μήνα -δύο στη Νάξο και γυρίζουμε “το σκιές στην άμμο”. Οπότε εκεί μας βάλανε είπαμε και τραγούδια, από τα οποία τα δύο, ας πούμε, είναι πολύ γνωστά. “Το βάρκα χωρίς πανιά” και το “μαυρομαλλούσα κοπελιά”, τα οποία βγήκανε από αυτή την ταινία, “σκιές στην άμμο”. Εκεί λοιπόν μας διδάξανε κάτι ψιλά πράγματα, πες το μια, ξαναγύρισε το δύο ξαναγυρίσετέ το τρεις. Ε, μετά παίχτηκε η ταινία και άρεσε. Κι έρχεται ο άλλος, ο Κατασόπουλος, και λέει “ρε Μιχάλη, ξέρεις σκέφτηκα να κάνω ένα σενάριο που θα είσαι εσύ και η Ζαννίνου. Κι εσύ αγαπάς τη Ζαννίνου, αλλά η Ζαννίνου είναι πλούσια και λοιπά. Και εσύ γίνεσαι τραγουδιστής, και όταν γίνεσαι γνωστός τότε η Ζαννίνου που δεν σε ήθελε έρχεται πίσω και σε θέλει, αλλά εσύ έχεις μία άλλη σχέση”. Και κάνανε σενάριο πάνω σε μας, που δεν είμαστε ηθοποιοί. Και ναι εντάξει, αν παραδείγματος χάριν, εγώ ήμουνα θρασύς θα το δούλευα αυτό το πράγμα. Δηλαδή θα το δούλευα και θα πήγαινα σε παραγωγούς να ζητάω ρόλους και λοιπά. Αλλά εγώ δεν είχα βλέψεις, να πούμε για τον κινηματογράφο. Τελοσπάντων, γίνανε 18 ή 20 ταινίες, από τις οποίες παίρνω ποσοστά κάθε χρόνο, από το Διόνυσο, εκεί που περνούν οι ηθοποιοί. Δηλαδή κάθε ταινία που προβάλλεται στην τηλεόραση, παίρνουμε ένα ποσό. Φαντάσου τώρα,ενώ δεν είμαι ηθοποιός, παίρνω χρήματα από τον κινηματογράφο!
Γενικά, ήταν ευτυχείς οι συγκυρίες στη ζωή σας…10857746_10201975108298236_7449364488105635530_n
Κοίταξε! Είναι κάτι ο κινηματογράφος για να μη γίνεις ρεζίλι, να μη γίνεσαι φαιδρός,για να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να κατά την άποψή μου δηλαδή, πρέπει να έχεις και μερικές γνώσεις. Ορέπει να έχεις γνώσεις, ρε παιδί μου. Να έχεις μια υποκριτική, να τοποθετήσει τη φωνή σου, κάτι… Λοιπόν, αν εγώ ας πούμε σπούδαζα… Είναι ένα ενδιαφέρον πράγμα, είναι κάτι που έχει ενδιαφέρον. Βέβαια όχι τόσο πολύ το σινεμά όσο το θέατρο! Το θέατρο καταξιώνει τον ηθοποιό ενώ ο κινηματογράφος τον κάνει γνωστό. Τώρα αυτό το χρόνο. Από τον Δεκέμβριο του 14′ μέχρι σήμερα που μιλάμε, έχω δει 25-26 έργα, θεατρικά έργα. Και βλέπω ότι μου λείπει αυτό το πράγμα γιατί μου έλειπε επειδή δούλευα έξι μέρες τη βδομάδα, δεν μπορούσα να τα δω και μου λείπουνε. Όσο πάω και βλέπω τον Κιμούλη, όπως είδα τον Γιάννη τον Φέρτη, τον Βόγλη ζωντανά. Είδα την Δανδουλάκη, έτσι; Που τους ξέρω ας πούμε από κοντά. Πήγα στο εθνικό θέατρο και είδα ένα κορυφαίο ηθοποιό, τον Μιχαλακόπουλο, σε μία φοβερή παράσταση του εθνικού και λοιπά. Διαπιστώνω ότι θα μου αρέσει η υποκριτική. Δηλαδή, βλέπω τα έργα αυτά και τους θαυμάζω, αυτούς τους μεγάλους. Βέβαια από τις 26 παραστάσεις που είδα, μπορώ να σου πω ότι οι 5-6 μ’άρεσαν, δηλαδή ήτανε δυνατές παραστάσεις. Οι υπόλοιπες είναι παιδιά, τα οποία πράγματι αγωνίζονται για να γίνουν ηθοποιοί, αύριο μεθαύριο, νέα παιδιά σαν εσένα. Λοιπόν, και αυτό είναι το ωραίο, ότι βλέπεις τα νέα παιδιά που έχουνε θέατρα με 40 θέσεις και έχουνε τη δύναμη να πουν “κ. Βιολάρη, δεν θα πληρώσετε” μου λέει. 10 ευρω! Εγώ δεν δέχομαι να μου δώσουν πρόσκληση… Γιατί; Γιατί είναι 40 άτομα θα πληρώσουν το θέατρο, το ενοίκιο, θα πληρώσουν τον σκηνοθέτη, θα πληρώσουν αυτόν κόβει τα εισιτήρια, θα πληρώσουν εφορία και τι θα μείνει για να πάρουν έξι ηθοποιοί επτά; Γι’ αυτό βλέπεις τώρα τα νέα παιδιά, να πούμε, που ασχολούνται με την τέχνη είναι αξιέπαινα. Είναι αξιέπαινα! Γι’ αυτό και τους παρακολουθώ και όποτε πάω πληρώνω ενώ όλοι μου λένε να περάσω έτσι. Δεν θέλω…
Ενθαρρυντικό άνθρωποι σαν εσάς να ενισχύουν τους νέους ανθρώπους…
Μου άρεσε, επειδή είμαι μεγάλος και δεν είμαι της προβολής. Μου άρεσε που πηγαίνω στο ταμείο και υπάρχει μία ουρά και την ώρα που είμαι εκεί για να βγάλω το εισιτήριο κάποιος έρχεται, ας πούμε, και μου λέει να περάσω. Είμαι με έναν φίλο μου, ηθοποιό, τον Χρήστο και πάμε και λέει “να περάσετε κ. Βιολάρη” και με κολακεύει αυτό. Ενώ δεν θέλω, λέω εγώ θέλω να πληρώσω… “Μα δεν γίνεται να πληρώστε” μου λέει, στο Βέμπο, ας πούμε, ο Τάγαρης. Πας στο άλλο θέατρο, είναι ένας άλλος κύριος που με ήξερε από εκεί… Ξέρεις γιατί μου αρέσει αυτό; Γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι κάποιοι άνθρωποι, αυτή τη δουλειά που έκανες, μόνος σου, την αναγνωρίζανε και κρατάει ακόμα αυτή η αναγνώριση. Γι’ αυτό μ’αρέσει εμένα που μου κάνουν αυτήν την τιμή. είναι μεγάλο πράγμα! Τώρα, ας πούμε θα πάμε σε μία παράσταση ενός ηθοποιού, ο οποίος μας είδε, πήγαμε σε ένα καινούργιο έργο, τώρα το οποίο έγραψε η Μάρω Μπουρδάκου το σενάριο και παίζει ένας ηθοποιός, που δεν θυμάμαι τώρα το όνομα του, νεαρός. Μου λέει “η μαμά μου… τι τρέλα είχε με εσάς” και λοιπά, “θέλω να έρθετε να δείτε την Παρασκευή, μία παράσταση τάδε που παίζω”. Αυτά μου αρέσουνε εμένα γιατί δείχνουνε καλλιεργημένους άνθρωπους, που ενώ τα τραγούδια τα δικά μας δεν ήτανε για όλο τον κόσμο, αποτείνονται στο 0,05% του ελληνικού λαού. Φαντάσου πόσο λίγο κόσμο έχουμε! Γιατί; Γιατί πρέπει να είσαι νοήμων για να θέλεις να ακούσεις το “δελφινοκόριτσο” ή να ακούσεις το “αν βουληθώ” και λοιπά. Οι πιο πολλοί αρέσκονται στο να ακούνε τα τσιφτετέλια τους, τα διασκεδαστικά τους, έτσι; Και εμείς επιλέξαμε έναν πιο δύσκολο χώρο. Τα τραγούδια που έχουν κάτι να πουν. Και έτσι λέω τώρα, σε μία εποχή που κόσμος όλος θέλει χρήματα, διασκέδαση, γκόμενες, πράγματα, το’να, τ’αλλο, χλιδή. Να βλέπεις νέα παιδιά και να λένε “όχι σε τιμούμε, θέλουμε να σε τιμήσουμε”. Όταν του είπα το παιδιού αυτού ότι δεν θέλω, θέλω να πληρώσω μου λέει “μα με προσβάλλετε! Είναι σαν να θέλω να σας κεράσω ένα ποτήρι κρασί και να λέτε όχι” μου λέει. Και έχει δίκιο! Εγώ θέλω να σε κεράσω ένα ποτήρι κρασί, μου λες όχι, Δεν θέλω;
Μιας και αναφερθήκατε στα διασκεδαστικά τραγούδια… Έχετε ερμηνεύσει πρώτος το πολύ διασκεδαστικό και πολύ γνωστό που ακόμα αναπαράγεται “τα ριάλια”…
Ναι, ναι! Όμως εδώ υπάρχει μία διαφορά “τα Ριάλια”, λοιπόν είναι ένα παραδοσιακό τραγούδι της Κύπρου όπου δεν έχει καμία σχέση με τον ελλαδικό χώρο και είπα εγώ, ας πούμε, με το που ξεκινάω. Το έφερα ως δημοτικό τραγούδι, το διασκεύασα το 72´ και από τότε μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει χώρος ή μαγαζί που να μην το χρησιμοποιεί ως διασκεδαστικό τραγούδι. Εμείς στην Κύπρο, το έχουμε ως παραδοσιακό τραγούδι της Κύπρου, και δεν το έχουμε όπως το κάναμε εδώ. Όμως, είναι μεγάλη δουλειά, το να έρχεσαι εδώ πέρα και να διασκεδάζει εσένα που είσαι μικρή, να διασκεδάζει ενδεχομένως την μητέρα σου που είναι μεγαλύτερη και να διασκεδάζει κάποιους άλλους που είναι πιο μεγάλοι, του 72′ τότε, Δηλαδή γενιές. Άρα, όπου και να πάει το τραγούδι, ή διασκεδαστικό είναι ή δεν είναι… Είναι καλό να αναπαράγεται και διαχρονικά!
Θέλω τώρα λίγο να μου μιλήσετε για την προσωπική σας ζωή! Δεν παντρευτήκατε ποτέ… Ενώ, σίγουρα, όπως είπατε κι εσείς είχατε εμπειρίες πολλές...
Ναι, ναι, δεν έτυχε, δεν έτυχε! Τι να πω; Να το αναπτύξω γιατί; Ενδιαφέρει κανέναν;
Εμένα ναι!210022_1516587533576_1196897_o
Ε ναι, αλλα ξέρω γω; Τι να πω; Εγώ νομίζω ότι με χάλασε εμένα, με χάλασε η νυχτερινή εργασία. Με χάλασε ο τρόπος εργασίας. Με χάλασε η προσέλευσή, ας πούμε… Καταρχήν, το βασικότερο από όλα είναι ότι μου αφαίρεσε την έννοια της γυναίκας-μητέρας, της γυναίκας-συζύγου και μου ετόνισε πολύ την έννοια της γυναίκας-γκόμενας, της γυναίκας να περάσουμε ωραία και να φύγουμε. Αυτό ήτανε το κακό της νύχτας. Και αυτό συμβαίνει με το 99% όλων των καλλιτεχνών, είτε ηθοποιοί είναι, είτε τραγουδιστές είναι και λοιπά. Δηλαδή υπήρχε μεγάλη προσέλευση, ενώ δεν μου άξιζαν αυτές οι ωραίες γυναίκες. Και πνευματικά ωραίες και σωματικά ωραίες και εμφανισιακά. Δεν μου ταιριάζανε εμένα, δηλαδή εντάξει, εντάξει, δικαιούμαι να έχω 1-2 γυναίκες, αλλά αυτή η προσέλευσή, η τεράστια λόγω του τραγουδιού, θα πρέπει να πω ότι μου χάλασε την εμπιστοσύνη που θα είχα σε μία γυναίκα. Πέρασαν όμως από τη ζωή μου, 2-3 γυναίκες τις οποίες έπρεπε να της παντρευτώ. Όχι και τις τρεις! Μια από τις τρεις! Έπρεπε να παντρευτώ τη Στέλλα, ας πούμε… Μου το είπε και η μητέρα μου αυτό… Γιατί δεν την παντρεύεσαι; Αλλά τότε νόμιζα εγώ ότι δεν θα μεγαλώσουμε! Μετά τα ταξίδια ήταν έντονα, έφευγα… Μετά πήγα Αμερική ένα μήνα,μετά Αυστραλία ενα μήνα. Ήταν έντονη ζωή! Και μετά ξαφνικά είμαι στο σπίτι μου, και ανακάλυψα ότι είμαι 55 ετών. Και δεν κατάλαβα ποτέ πήγα,ας πούμε… Τότε ήταν αργά για να παντρευτώ. Έφτασα 55, να πούμε, και δεν κατάλαβα ούτε ότι έχω δουλέψει. Και τώρα, ας πούμε, που είμαι πολύ μεγαλύτερος δεν έχω καταλάβει ότι δούλεψα! Γιατί; Γιατί αυτό που έκανα όλα τα χρόνια το γούσταρα και δεν κατάλαβα ότι δούλεψα, δεν κατάλαβα μέχρι τώρα που μιλάμε, δεν δούλεψα στη ζωή μου. Τίποτα! Γιατί αυτό που έκανα ήταν το χόμπι μου, ήταν αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή μου! Όσον αφορά δε, το ότι δεν παντρεύτηκα πιστεύω ότι με τους δεσμούς που είχα, ο ένας εννεα χρόνια, ο άλλος πέντε, ο άλλος τέσσερα, νομίζω ότι ζήταγα πολλά πράγματα. Νομίζω ότι ήμουνα από ένα χωριό, όπου μάθαμε η γυναίκα να είναι διαφορετική… Ίσως να είναι αυτό, δεν ξέρω… Ίσως να είμαι και παράξενος… Ίςως να ζητάω πολλά, που να ξέρω; Δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα. Αλλά μπορώ να υποθέσω ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε… Αν ήμουνα φιλόλογός, ας πούμε, θα παντρευόμουνα οπωσδήποτε, γιατί δεν θα ήξερα πολλά πράγματα. Ενώ όπως βγαίνω να τραγουδάω από το 67´ και μετά, αρχίζω να γνωρίζω και να συγκρίνω χαρακτήρες, να συγκρίνω γυναίκες, να συγκρίνω τη μία με την άλλη. Α αυτή ήτανε έτσι, ήτανε αλλιώς και τα λοιπά… Ε, όσο να’ναι καβάλησα και το καλάμι, για να είμαστε ειλικρινείς! Γιατί καβαλάς το καλάμι! Κάποια στιγμή καβαλάς το καλάμι… Καβάλησα το καλάμι μέχρι να το ξεκαβαλήσω, μεγάλωσα… Καβάλησα και εγώ το καλάμι, νομίζεις δηλαδή ότι είσαι μεγάλος, ότι είσαι κατακτητής. Ενώ όλα αυτά γίνονται για τη δουλειά που έχεις… Δεν γίνονται για σένα… Μετά το μαθαίνεις… Δηλαδή το μαθαίνεις αλλά κάνεις ότι δεν το καταλαβαίνεις! Νομίζεις ότι είναι για σένα… Νομίζεις! Κάπως έτσι…
Τώρα πλέον γιορτάσαμε και τα 48 χρόνια Βιολάρη…
Τα 48! Στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης κάναμε στις 27 Σεπτέμβρη τα 48. Τώρα στην Κύπρο σ’ ένα μεγάλο θέατρο 2000 θέσεων, το Κουρείο, που είναι η Επίδαυρος της Κύπρου, ας πούμε, εκεί γιορτάζουμε τα 49!
10569051_10201389060367404_8985698463211625558_nΜετά από 49 χρόνια, λοιπόν, ποιος είναι ο απολογισμός σας; Τι έχετε να πείτε στους νέους καλλιτέχνες; Στους νέους ανθρώπους που ασχολούνται με κομμάτια της τέχνης ή που έχουν να κάνουν με την δημοσιότητα γενικά;
Για μένα το ταλέντο, απ’ότι κατάλαβα, ας πούμε, θα μπορούσα να κάνω και άλλα πράγματα… Αλλά το ταλέντο δεν φτάνει. Δηλαδή λες έχω ένα ταλέντο και πάω. Ανακάλυψα στη διάρκεια ότι δίπλα από το ταλέντο θέλει πολύ μεγάλη εργασία, θέλει πολύ δουλειά! Αυτή την πολύ δουλειά, την έκανε ο Νταλάρας. Και βέβαια αναγνωρίστηκε, αλλά με έναν τρόπο που δεν μου πάει εμένα, πάει σε αυτόν! Η σκληράδα αυτή, γιατί αυτό θέλει και σκληράδα, θέλει να πατάς, που λέει ο λόγος, επί πτωμάτων. Και ο Νταλάρας ήτανε πολύ σκληρός. Όταν πηγαίναμε στα μαγαζιά, πριν από πολλά χρόνια και είμαστε φίλοι. Τραγουδούσαμε σε διπλανά μαγαζιά στην Θεσσαλονίκη και όταν τρώγαμε το βράδυ, μου λέει “ήρθε απόψε μια γκόμενα μου” λέει και “τόλμησε να χορέψει ζεϊμπέκικο την ώρα που τραγουδούσα το σ’ έστησαν σε μια γωνιά”, ένα ωραίο ζεϊμπέκικο Σπανού. και του λέω, τι σε πείραξε; “Εγώ δεν θέλω να χορεύει καμία” μου λέει. Και τι έγινε; “Πήγα και της είπα στο αυτί, δεν είσαι άξια να χορεύεις την ώρα που τραγουδάω εγώ”, της είπε αυτός. Και τι έκανε η κοπέλα; Μου λέει “έβαλε τα κλάματα και έφυγε”. Ε, αυτή είναι μία σκληράδα που δεν μπορεί ο καθένας να την κάνει… Εγώ δεν μπορώ να την κάνω ποτέ. Να πω τώρα σε μία κοπέλα που με τιμά με ένα ζειμπέκικο, ας πούμε, και να της πω κατέβα με έναν τρόπο τέτοιο, ας πούμε. Είναι σκληράδα! 218245_1754463816733_1948181_oΜετά ενώ ο Καζαντζίδης, με έχει κάνει και δάκρυσα, σε ορισμένα τραγούδια, ο Καζαντζίδης, οποίος ήταν ένας αυθόρμητος τραγουδιστής, αδίδακτος, δεν είχε κάνει σπουδές, αλλά κατόρθωνε να σε κάνει να κλαις. Ας πούμε, όταν με έχασα την μητέρα μου, είχε ένα τραγούδι ο Καζαντζίδης, που το έγραψε ο Τάκης Σούκας, “το μάνα μου”. Όταν λοιπόν χάνεις τη μητέρα σου, ας πούμε, και άκου αυτό το τραγούδι σε πιάνει ένα ρίγος και κλαις. Λοιπόν, ο Νταλάρας σε κανένα τραγούδι δεν με συγκίνησε. Τι σημαίνει αυτό; Γιατί το λέω αυτό; Το λέω διότι συναίσθημα δεν είναι εύκολο να βγει με την πολλή δουλειά και το ταλέντο και λοιπά. Το συναίσθημα μπορεί να σου βγει μόνο του, όπως ο Καζαντζίδης σ’ ένα σημείο, υπάρχει έτσι μέσα του ένα αναφιλητό, που βγαίνει. Που δεν βγαίνει διδασκόμενο… Βγαίνει γιατί έχασε τή μητέρα του! Πάει να πει το τραγούδι και βγαίνει ένας λυγμός… Ενώ ο Νταλάρας είναι τόσο μαθηματικό βγάζει ένα τέλειο τραγούδι. Ναι, αλλά καμιά φορά το τέλειο τραγούδι δεν σε συγκινεί κιόλας, θέλεις ένα συναίσθημα, ένα κάτι που να σε κάνουν να δακρύσεις! Ε, αυτό σημειώνω εδω! Ότι ναι μεν, επειδή με ρώτησες, ας πούμε, ποιες είναι οι απόψεις μου με τόσα χρόνια δουλειά, δε λέω ναι! Το πρώτο είναι να έχεις ένα ταλέντο γιατί βγαίνει κάποιος να τραγουδήσει και σε ενοχλώ τα αυτιά σου, σε ενοχλεί… Το ταλέντο λοιπόν είναι το πρώτο, χωρίς τη δουλειά όμως δε γίνεται τίποτα. Θέλει πολύ δουλειά,την οποία ο Νταλάρας εχει κανει! Και γίνεται τέλειος στην κιθάρα, γίνεται τέλειος στο μπουζούκι, στο τραγούδι, δηλαδή είναι ο μόνος οποίος ασχολείται και μπράβο του! Εκείνο όμως που λείπει τι είναι; Θα ήθελα εγώ δίπλα από αυτά και έναν πιο αυθορμητισμό, ένα πιο πλησίασμά χωρίς να υπάρχει μαθηματική ακρίβεια. Ας υπάρχει μία ατέλεια, αλλά βγάλε μου, ας πούμε, τα σωθικά! Ε; Κάπως έτσι!
Δηλαδή να μην φτάνουμε στα άκρα…
Ε ναι! Ναι, να υπάρχει κάτι έτσι βρε παιδί μου, γιατί τέχνη είναι, έτσι δεν είναι; Πας ας πούμε σε ένα θέατρο και θες να βλέπεις τον πρωταγωνιστή τον εαυτό σου, να βλέπεις την πρωταγωνίστρια, ότι ναι σκιαγραφεί εμένα! Και αρχίζει μέσα σου κάτι, κάτι κάνει γι’ αυτό και πάμε, ας πούμε, για να τα δούμε αυτά…
Θέλετε να πείτε κάτι για το κλείσιμο;
Για το κλείσιμο θα έλεγα, να ευχαριστήσω πρώτα εσένα και το site για την τομή που μου κάνετε να πούμε αυτά τα πράγματα, και για μένα να ειμαι καλά, δηλαδή να είμαι καλα στην υγεία μου και να περνάω καλα!
Ευχαριστω πολύ!
Εγώ ευχαριστώ!

 

About Μαρία Ριζεάκου

Διεύθυνση του Site- Δημοσιογράφος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*